Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2015

Ο ΑΣΤΕΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ

Ένα παραμύθι από μια νηπιαγωγό ,που την γνώρισα στο διαδίκτυο και είχα την τιμή να την γνωρίσω και από κοντά !  Εκπαιδευτικός αξιέπαινη  που προσπαθεί αδιάκοπα να μεταδώσει τη γνώση αυτή που  κατέχει στο κάθε παιδί ξεχωριστά !



 Ο ΑΣΤΕΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ 

Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα νησάκι μακρινό , με λιγοστούς κατοίκους και φτωχικά σπιτάκια, ζούσε ο κυρ Γιώρης ο ψαράς. Πολλά τα βάσανά του, μεγάλη η φτώχια του, όμως η καρδιά του πάντα ζεστή και το πρόσωπό του πάντα χαμογελαστό.
Δεν τον πείραζε που τα λεφτά του ήταν λιγοστά, ούτε που το καλυβάκι του άφηνε όλους τους αέρηδες να περνάνε μέσα σαν τους πιο επίσημους καλεσμένους! Ζούσε ευτυχισμένος με τα λιγοστά υπάρχοντά του.

Κάθε πρωί πήγαινε για ψάρεμα και δεν τον έμελλε πόσο μεγάλη θα ήταν η ψαριά του, του άρεσε να κάθεται στου βράχου την ακρούλα και να φουσκώνει τα πνευμόνια του με το θαλασσινό αεράκι και να χορταίνει τα μάτια του με τα παιχνιδιάρικα κυματάκια στεφανωμένα με τα χρώματα του ουρανού. Καμιά φορά πήγαινε και βράδυ, και τότε η ευτυχία του ήταν ακόμη μεγαλύτερη! Χάζευε σαν πρωτόβγαλτο παιδάκι τη θάλασσα να χρυσαφίζει από τα αστέρια που καθρεφτίζονταν στα βαθιά νερά της! Ένα πρωί λοιπόν, σαν όλα τα άλλα, πήγε ο κυρ Γιώρης να ψαρέψει!
-Άιντε να δούμε σήμερα! Θα βγάλουμε κανά καρχαρία; Σιγοψιθύρισε μοναχός και κρυφογέλασε.
Περίμενε κάμποση ώρα ,με το καλάμι του τεντωμένο σαν βασιλικό σκήπτρο! Ένοιωσε για μια στιγμή το καλάμι να κουνιέται και το τράβηξε γρήγορα γρήγορα έξω από το νερό...Μα έκανε λάθος! Το σκουληκάκι ήταν ακόμη στη θέση του. Το ξανάριξε πίσω και περίμενε πάλι!

Αυτή την φορά, δεν πρόλαβε να μουσκέψει το σκουλήκι και το καλάμι κουνήθηκε πέρα δώθε , με δύναμη και βιάση. Παραξενεύτηκε ο κυρ Γιώρης, φοβήθηκε και λίγο , μα το ξανατράβηξε πάνω, να δει την ψαριά του. Δεν μπορεί να κανε λάθος κι αυτή την φορά.
Δεν πίστευε στα μάτια του ο καημένος, ένας αστερίας πλουμιστός και λαμπερός στεκόταν στην άκρη του καλαμιού του!-Έλα Χριστέ και Παναγία! Από πότε οι αστερίες τσιμπάνε τα δολώματα; Σταυροκοπήθηκε ο κυρ Γιώρης κι έκανε να τον αμολήσει πάλι στο νερό!
-Μη ! μη! Σε παρακαλώ! Περίμενε λιγάκι! Ακούστηκε η ψιλή φωνούλα του αστερία και ο κυρ Γιώρης πάγωσε από την τρομάρα του.
- Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά! Σταυροκοπήθηκε και πάλι!-Τι μαγικό είναι τούτο;
-Αχ καλέ μου γεράκο! Μη φοβάσαι! Δεν είμαι μαγικό! Ένα αστέρι είμαι, σαν όλα τα άλλα! Δηλαδή... ήμουν!
-Τι λες βρε; Να με ξεκουτιάνεις θες; Τι «αστέρι» μου λες; Εσύ είσαι αστερίας! Αστερίας με λαλιά!
-Αλήθεια λέω γεράκο! Αστέρι ήμουν, εκεί ψηλά στον ουρανό! Αστέρι από τα πιο όμορφα, τα πιο λαμπερά! Το πιο μεγάλο και το πιο χρυσό απ όλα τα άλλα! Μα όλο περηφανευόμουν, όλο κοκορευόμουν για τις χάρες μου και το Φεγγάρι θύμωσε! Να με τιμωρήσει ήθελε κι με έσπρωξε να πέσω στη θάλασσα! Κατάρα μου δωσε να μείνω στα βάθη της ωσότου βρεθεί άνθρωπος να με ψαρέψει!«Βρε μπας κι ονειρεύομαι; Τι περίεργα πράματα μου αραδιάζει τούτο εδώ;» σκεφτόταν ο κυρ Γιώρης δίχως να μιλάει, μα το αστέρι διάβασε στα μάτια του την αμφιβολία και του είπε κι άλλα για να καταλάβει !
-Το Φεγγάρι είναι ο βασιλιάς μας κι έχει για υπηκόους τους όλα εμάς τα μικρότερα αστέρια! Μα εμένα δε μου φτανε! Έβλεπα την αστραφτάδα μου κι όλο το διαλαλούσα , μπας και συμφωνήσουν και τα άλλα αστέρια , να γίνω εγώ ο βασιλιάς του ουρανού! Και να που βρέθηκα! Από τα ψηλά στα χαμηλά!

Το κοίταζε ο κυρ Γιώρης με απορία και το άκουγε με προσοχή!«Αμ καλά λένε ασημένια η μιλιά , μα χρυσή η βουβαμάρα!» συλλογίστηκε.- Αχ καλέ μου γεράκο, κάνε μια ευχή να στην κάνω αληθινή! Μόνο έτσι θα μπορέσω κι εγώ να ξανανέβω ψηλά! Μόνο ΑΝ κάνω κάτι καλό για κάποιον άλλον, θα με δεχτεί πίσω το Φεγγάρι! Έτσι μου είπε! Και μου δωσε μια, και βούτηξα στα βαθιά!Ο κυρ Γιώρης τα χε χαμένα! Μα τι ευχή να κάνει; Αυτός τα είχε όλα!
-Δεν έχω ευχή να κάνω!
-Μα πως; Δεν θες τίποτα; Όλα μπορώ να σου τα δώσω, ζήτησέ μου ό,τι θες!
-Αφού τα έχω όλα!
-Δεν θες λεφτά; Σπίτια μεγάλα σαν παλάτια; Σκέψου κάτι γεράκο μου, σε παρακαλώ! Μήπως θες να ταξιδέψεις σε πολιτείες ξακουστές ; Μήπως θες να γνωρίσεις δόξες και τιμές; 
Τίποτα από αυτά δεν ήθελε ο κυρ Γιώρης. Δεν άλλαζε με τίποτε στον κόσμο το φτωχοκαλυβάκι του, το μικρό νησάκι του που μεγάλωσε κι έζησε ως τώρα, ούτε και την ευτυχία που έβρισκε στην αγκαλιά της θάλασσας.
-Όχι, τίποτα! έκανε στο τέλος και το αστέρι άρχισε να μαραζώνει από τη στεναχώρια του.
Πολύ το λυπήθηκε ο κυρ Γιώρης, κι έστυψε το μυαλό του να βρει μια ευχή να κάνει.
-Βρήκα τι να ευχηθώ! Αναφώνησε μετά από λίγο και αμέσως το αστέρι αναθάρρεψε.-Τι είναι γεράκο μου; Τι; Αγωνιούσε το αστεράκι.
-Εύχομαι...εύχομαι να σε λυπηθεί ο βασιλιάς σου και να σε ξαναδεχτεί στο βασίλειό του!
-Μα, μα αυτή δεν είναι ευχή για σένα,αυτή είναι ευχή για μένα.
-Καλέ μου φίλε, ΑΝ εσύ ξαναγυρίσεις εκεί που ανήκεις και γίνεις ευτυχισμένο, τότε κι εγώ θα είμαι δυο φορές ευτυχισμένος που σε βοήθησα! του αποκρίθηκε ο γερο- ψαράς και του χαμογέλασε τρυφερά.Το γνώριζε ο κυρ Γιώρης, καλύτερα από τον καθένα, πως την ευτυχία δεν τη βρίσκει κανείς στα πλούτη και τα μεγαλεία, μα στην ζεστή και ανοιχτή καρδιά!

Νέλλυ Νέζη
(Βραβεύθηκε με το Β' βραβείο στην κατηγορία "Παραμύθι" στο λογοτεχνικό 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου