Τρίτη, 28 Ιουλίου 2015

'' Ο πονηρός πίθηκος ''

Ο πίθηκος ο πονηρός/είναι πάντα σκεπτικός !
Είναι μέγας διπλωμάτης/ταπεινός μα ανοιχτομάτης !
Όλα τα ζυγιάζει/και το λάθος του τ'αγιάζει !
Θα την κάνει την συμφωνία/κάτω από το τραπέζι όμως/να μην βλέπει η κοινωνία !
Γι αυτό τον βγάλαν πονηρό/πάντα έχει έναν σκοπό !
Όλοι τον γνωρίζουν, τον πίθηκο αυτόν/βλέποντας το μέλλον ,ξεχνούνε το παρόν !
Κι έτσι ο πίθηκος αραχτός/συνεχίζει να τρώει μοναχός !
Δημήτρης Καρράς

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2015

Ο ΑΣΤΕΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ

Ένα παραμύθι από μια νηπιαγωγό ,που την γνώρισα στο διαδίκτυο και είχα την τιμή να την γνωρίσω και από κοντά !  Εκπαιδευτικός αξιέπαινη  που προσπαθεί αδιάκοπα να μεταδώσει τη γνώση αυτή που  κατέχει στο κάθε παιδί ξεχωριστά !



 Ο ΑΣΤΕΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ 

Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα νησάκι μακρινό , με λιγοστούς κατοίκους και φτωχικά σπιτάκια, ζούσε ο κυρ Γιώρης ο ψαράς. Πολλά τα βάσανά του, μεγάλη η φτώχια του, όμως η καρδιά του πάντα ζεστή και το πρόσωπό του πάντα χαμογελαστό.
Δεν τον πείραζε που τα λεφτά του ήταν λιγοστά, ούτε που το καλυβάκι του άφηνε όλους τους αέρηδες να περνάνε μέσα σαν τους πιο επίσημους καλεσμένους! Ζούσε ευτυχισμένος με τα λιγοστά υπάρχοντά του.

Κάθε πρωί πήγαινε για ψάρεμα και δεν τον έμελλε πόσο μεγάλη θα ήταν η ψαριά του, του άρεσε να κάθεται στου βράχου την ακρούλα και να φουσκώνει τα πνευμόνια του με το θαλασσινό αεράκι και να χορταίνει τα μάτια του με τα παιχνιδιάρικα κυματάκια στεφανωμένα με τα χρώματα του ουρανού. Καμιά φορά πήγαινε και βράδυ, και τότε η ευτυχία του ήταν ακόμη μεγαλύτερη! Χάζευε σαν πρωτόβγαλτο παιδάκι τη θάλασσα να χρυσαφίζει από τα αστέρια που καθρεφτίζονταν στα βαθιά νερά της! Ένα πρωί λοιπόν, σαν όλα τα άλλα, πήγε ο κυρ Γιώρης να ψαρέψει!
-Άιντε να δούμε σήμερα! Θα βγάλουμε κανά καρχαρία; Σιγοψιθύρισε μοναχός και κρυφογέλασε.
Περίμενε κάμποση ώρα ,με το καλάμι του τεντωμένο σαν βασιλικό σκήπτρο! Ένοιωσε για μια στιγμή το καλάμι να κουνιέται και το τράβηξε γρήγορα γρήγορα έξω από το νερό...Μα έκανε λάθος! Το σκουληκάκι ήταν ακόμη στη θέση του. Το ξανάριξε πίσω και περίμενε πάλι!

Αυτή την φορά, δεν πρόλαβε να μουσκέψει το σκουλήκι και το καλάμι κουνήθηκε πέρα δώθε , με δύναμη και βιάση. Παραξενεύτηκε ο κυρ Γιώρης, φοβήθηκε και λίγο , μα το ξανατράβηξε πάνω, να δει την ψαριά του. Δεν μπορεί να κανε λάθος κι αυτή την φορά.
Δεν πίστευε στα μάτια του ο καημένος, ένας αστερίας πλουμιστός και λαμπερός στεκόταν στην άκρη του καλαμιού του!-Έλα Χριστέ και Παναγία! Από πότε οι αστερίες τσιμπάνε τα δολώματα; Σταυροκοπήθηκε ο κυρ Γιώρης κι έκανε να τον αμολήσει πάλι στο νερό!
-Μη ! μη! Σε παρακαλώ! Περίμενε λιγάκι! Ακούστηκε η ψιλή φωνούλα του αστερία και ο κυρ Γιώρης πάγωσε από την τρομάρα του.
- Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά! Σταυροκοπήθηκε και πάλι!-Τι μαγικό είναι τούτο;
-Αχ καλέ μου γεράκο! Μη φοβάσαι! Δεν είμαι μαγικό! Ένα αστέρι είμαι, σαν όλα τα άλλα! Δηλαδή... ήμουν!
-Τι λες βρε; Να με ξεκουτιάνεις θες; Τι «αστέρι» μου λες; Εσύ είσαι αστερίας! Αστερίας με λαλιά!
-Αλήθεια λέω γεράκο! Αστέρι ήμουν, εκεί ψηλά στον ουρανό! Αστέρι από τα πιο όμορφα, τα πιο λαμπερά! Το πιο μεγάλο και το πιο χρυσό απ όλα τα άλλα! Μα όλο περηφανευόμουν, όλο κοκορευόμουν για τις χάρες μου και το Φεγγάρι θύμωσε! Να με τιμωρήσει ήθελε κι με έσπρωξε να πέσω στη θάλασσα! Κατάρα μου δωσε να μείνω στα βάθη της ωσότου βρεθεί άνθρωπος να με ψαρέψει!«Βρε μπας κι ονειρεύομαι; Τι περίεργα πράματα μου αραδιάζει τούτο εδώ;» σκεφτόταν ο κυρ Γιώρης δίχως να μιλάει, μα το αστέρι διάβασε στα μάτια του την αμφιβολία και του είπε κι άλλα για να καταλάβει !
-Το Φεγγάρι είναι ο βασιλιάς μας κι έχει για υπηκόους τους όλα εμάς τα μικρότερα αστέρια! Μα εμένα δε μου φτανε! Έβλεπα την αστραφτάδα μου κι όλο το διαλαλούσα , μπας και συμφωνήσουν και τα άλλα αστέρια , να γίνω εγώ ο βασιλιάς του ουρανού! Και να που βρέθηκα! Από τα ψηλά στα χαμηλά!

Το κοίταζε ο κυρ Γιώρης με απορία και το άκουγε με προσοχή!«Αμ καλά λένε ασημένια η μιλιά , μα χρυσή η βουβαμάρα!» συλλογίστηκε.- Αχ καλέ μου γεράκο, κάνε μια ευχή να στην κάνω αληθινή! Μόνο έτσι θα μπορέσω κι εγώ να ξανανέβω ψηλά! Μόνο ΑΝ κάνω κάτι καλό για κάποιον άλλον, θα με δεχτεί πίσω το Φεγγάρι! Έτσι μου είπε! Και μου δωσε μια, και βούτηξα στα βαθιά!Ο κυρ Γιώρης τα χε χαμένα! Μα τι ευχή να κάνει; Αυτός τα είχε όλα!
-Δεν έχω ευχή να κάνω!
-Μα πως; Δεν θες τίποτα; Όλα μπορώ να σου τα δώσω, ζήτησέ μου ό,τι θες!
-Αφού τα έχω όλα!
-Δεν θες λεφτά; Σπίτια μεγάλα σαν παλάτια; Σκέψου κάτι γεράκο μου, σε παρακαλώ! Μήπως θες να ταξιδέψεις σε πολιτείες ξακουστές ; Μήπως θες να γνωρίσεις δόξες και τιμές; 
Τίποτα από αυτά δεν ήθελε ο κυρ Γιώρης. Δεν άλλαζε με τίποτε στον κόσμο το φτωχοκαλυβάκι του, το μικρό νησάκι του που μεγάλωσε κι έζησε ως τώρα, ούτε και την ευτυχία που έβρισκε στην αγκαλιά της θάλασσας.
-Όχι, τίποτα! έκανε στο τέλος και το αστέρι άρχισε να μαραζώνει από τη στεναχώρια του.
Πολύ το λυπήθηκε ο κυρ Γιώρης, κι έστυψε το μυαλό του να βρει μια ευχή να κάνει.
-Βρήκα τι να ευχηθώ! Αναφώνησε μετά από λίγο και αμέσως το αστέρι αναθάρρεψε.-Τι είναι γεράκο μου; Τι; Αγωνιούσε το αστεράκι.
-Εύχομαι...εύχομαι να σε λυπηθεί ο βασιλιάς σου και να σε ξαναδεχτεί στο βασίλειό του!
-Μα, μα αυτή δεν είναι ευχή για σένα,αυτή είναι ευχή για μένα.
-Καλέ μου φίλε, ΑΝ εσύ ξαναγυρίσεις εκεί που ανήκεις και γίνεις ευτυχισμένο, τότε κι εγώ θα είμαι δυο φορές ευτυχισμένος που σε βοήθησα! του αποκρίθηκε ο γερο- ψαράς και του χαμογέλασε τρυφερά.Το γνώριζε ο κυρ Γιώρης, καλύτερα από τον καθένα, πως την ευτυχία δεν τη βρίσκει κανείς στα πλούτη και τα μεγαλεία, μα στην ζεστή και ανοιχτή καρδιά!

Νέλλυ Νέζη
(Βραβεύθηκε με το Β' βραβείο στην κατηγορία "Παραμύθι" στο λογοτεχνικό 

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2015

Λα'ι'κό παραμύθι



Ο βοσκός και το φίδι


Μια φορά και έναν  καιρό ,ήτανε ένας βοσκός.
Μια μέρα που έβοσκε τα πρόβατά του,ο πλάτανος που ήταν δίπλα του έπιασε φωτιά.Πάνω στον πλάτανο ήταν ένα φίδι.Το φίδι φώναξε : -Έ βοσκέ ! Σώσε με σε παρακαλώ ! Και ο βοσκός βάζοντας την μαγκούρα του ,βοήθησε το φίδι να κατεβεί από το δέντρο.Τότε το φίδι του είπε : -Για να σε ευχαριστήσω  που μ'έσωσες θα σου κάνω ένα δώρο .Άνοιξε το στόμα σου να σου ρίξω λίγο σάλιο και θα μάθεις να μιλάς και να καταλαβαίνεις όλες τις γλώσσες  των ζώων.Αλλά πρόσεξε ! Δεν πρέπει να αποκαλύψεις ποτέ σε κανέναν ότι καταλαβαίνεις την γλώσσα των ζώων,γιατί αν το κάνεις ,θα πεθάνεις ! 
Ο βοσκός δέχτηκε και έτσι κι έγινε.Την άλλη μέρα ο βοσκός με την γυναίκα του ,θα πήγαιναν στο πανηγύρι στο διπλανό χωριό.Η γυναίκα του ανέβηκε στη φοράδα που ήταν και έγκυος ,ο βοσκός ήταν πεζός και τους ακολουθούσε και το άλλο πουλαράκι της φοράδας.Στο δρόμο που πηγαίνανε ,της λέει το πουλαράκι : - Αχ μαμά κουράστηκα ! Πήγαινε πιο σιγά,δεν μπορώ τόσο γρήγορα !
- Δεν ντρέπεσαι ,του απαντά,εσύ τόσο νέο,κουράστηκες τόσο γρήγορα ! Εγώ τι να πω που είμαι και έγκυος και κουβαλάω και αυτή την χοντρή γυναίκα !
Τότε ο βοσκός,που καταλάβαινε τη γλώσσα τους,δεν άντεξε και έβαλε τα γέλια. Η γυναίκα του τον ρώτησε γιατί γελά.
Τίποτε,της λέει ο βοσκός και συνέχισε να γελά.
-Θέλω να μου πεις,επέμεινε η γυναίκα.
Και στο πανηγύρι που πήγανε,αυτή συνέχιζε να τον ρωτά.Αυτό συνεχίστηκε αργότερα και στο σπίτι τους.Η περιέργεια που είχε ήταν πολύ μεγάλη !
Ο βοσκός της λέει :
- Αν σου πω ,θα πεθάνω ! Αυτό θέλεις ;
-Ναι ! του απαντά.Πες μου κι ας πεθάνεις.
-Τότε λοιπόν ετοίμασε το στάρι και τα ψωμάκια.
Έτσι κι έγινε.Η γυναίκα του ετοίμαζε το στάρι και το ψωμί.
Από το παράθυρο που ήταν ανοιχτό,ο βοσκός άκουσε τα ζώα να λένε :
-Γαβ-γαβ ,το αφεντικό θα πεθάνει ,είπε ο σκύλος
-Νιάου-νιάου,το αφεντικό θα πεθάνει,είπε και η γάτα.
-Κικιρίκου ! τέτοιο μυαλό που έχει,καλά να πάθει,είπε ο κόκορας.
-Γιατί ; ρώτησαν τα άλλα ζώα μαζί.
-Εγώ δέκα γυναίκες έχω και ότι θέλω τις κάνω.Αυτός μια και τον κάνει ότι θέλει αυτή.Εάν ήμουν εγώ στη θέση του,όχι μόνο δεν θα πέθαινα ,αλλά πρώτα θα μοίραζα το στάρι στις κότες και το ψωμί στο σκύλο και στη γάτα και προπαντός θα έδιωχνα τη γυναίκα μου τέτοια που είναι.
Αφού το σκέφτηκε λίγο,διαπίστωσε πως ο κόκορας είχε απόλυτο δίκιο.Μοίρασε λοιπόν το στάρι στις κότες,το ψωμί στο σκύλο και την γάτα και έδιωξε τη γυναίκα του ,για το κακό που πήγε να του κάνει.
Και έτσι έζησε αυτός καλά μαζί με τους φίλους του τα ζώα κι εμείς καλύτερα.


Σβάρνα Ειρήνη 

( Η ζωγραφιά από την νηπιαγωγό Βιβή Γαλάνη) 
  

Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2015

H αλεπού.

--- Για πες μου παππού,
πώς γνώρισες την αλεπού ;

----Μια φορά και ένα καιρό,
υπήρξε μια αλεπού,
με το πιο έξυπνο μυαλό !
Και δεν ήταν μόνο αυτό !
Είχε κι ανθρώπινη λαλιά !
Ανταμώσαμε μια μέρα,
στ'αμπέλια-στην πλαγιά !
Καλημέρα ακούω
και άνθρωπο δεν αγροικώ !
------Φίλε άνθρωπε,
εγώ σου μιλώ !
-----Μπα !
από πότε μιλούν οι αλεπούδες ;
-----Από τότε που τα εγγόνια,
δεν πιστεύουν τους παππούδες !
Και έζησαν αυτοί καλά...
και η αλεπού καλύτερα !!!
Δημήτρης Καρράς

Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2015

Η Καλέσο !



Η ΚΑΛΕΣΟ

Κύριε-κύριε,μπορώ να βγω έξω ; είπε ο μαθητής.
Μάλιστα παιδί μου ,απαντά ο δάσκαλος.
Ο μικρός μαθητής της δευτέρας δημοτικού,δρασκέλισε το κατώφλι της πόρτας του σχολείου και βρέθηκε έξω στην αυλή.
Το είχε σκεφτεί πολύ καλά από πριν. Από το πρωί τριγύριζε στο μυαλό του η ιδέα ,πως να βρει δικαιολογία να φύγει από το σχολείο.Ανυπομονούσε να πάει στο κοπάδι του πατέρα του,για να δει αν γέννησε η αγαπημένη του προβατίνα ,η Καλέσο.
Από το πρωί είχε ακούσει τον πατέρα του να λέει '' Γυναίκα,μάλλον σήμερα πρόκειται να γεννήσει η Καλέσο,η προβατίνα του Μιχαλάκη.Πρέπει να την προσέξω,επειδή πρώτη φορά γίνεται μητέρα και ίσως χρειαστεί την βοήθειά μου''.
Από εκείνη τη στιγμή το μυαλό του Μιχαλάκη ήταν στο κοπάδι και στο αγαπημένο του πρόβατο.Καλό και άγιο το σχολείο αλλά και η Καλέσο....έπρεπε να πάει κοντά της.
Δίστασε για μια στιγμή αλλά....το βάδισμά του άρχισε να γίνεται πιο γρήγορο και να το διαδέχεται το τρέξιμο.Τρέχει-τρέχει να προλάβει να δει τι έγινε !
Το κοπάδι βρίσκεται έξω από το χωριό,στο χωράφι που λέγεται μισοκατάραχο.Μισό κομμάτι γης ,σαν λωρίδα.Είναι το αγαπημένο μέρος του Μιχαλάκη,σωστός παράδεισος είναι εκεί.
Πεύκα,πολλές ελιές-καρυδιές-αχλαδιές-ροδιές.Εκεί ζει και το κοπάδι του πατέρα.Εκατό πρόβατα και μέσα σ'αυτά το πιο ξεχωριστό-η Καλέσο και τα σκυλιά ο Νταβέλης κι ο Δερβίσης οι φύλακες του κοπαδιού.
Ο δρόμος που χωρίζει πια το Μιχαλάκη από το κοπάδι είναι λίγος.Κοντοστέκεται.Και αν στο κοπάδι είναι και ο πατέρας;πως θα δικαιολογηθεί που δεν είναι στο σχολείο ; Η παιδική ψυχή βρίσκεται πάλι σε δίλημμα. Όχι-όχι,δεν γίνεται να γυρίσει πίσω.Λαχταρά,θέλει να πάει να δει.
Το τρέξιμο ξαναρχίζει,επιτέλους φτάνει.Νά το το κοπάδι,να και η καλέσο ξεκομμένη από το κοπάδι και ο πατέρας.
Μα τι κάνει ο πατέρας στην καλέσο ; Τα παιδικά μάτια κοιτούν-κοιτούν,δεν ξέρουν ακριβώς τι βλέπουν.
Ο πατέρας γυρίζει και του ρίχνει μια βιαστική ματιά και γυρνά πάλι προς την καλέσο.Την βοηθά να γεννήσει το μωρό της.Ένα βέλασμα ακούγεται...''μπεεε'' είναι το νεογέννητο αρνάκι που ήρθε στον κόσμο.Τα παιδικά μάτια ανοίγουν ορθάνοιχτα.Πρώτη φορά βλέπουν κάτι τέτοιο,κάτι τόσο ξεχωριστό !Είναι θηλυκό λέει ο πατέρας και αφήνει το μικρό αρνάκι κάτω.Ο Μιχαλάκης πλησιάζει ,χα'ι'δεύει την Καλέσο τρυφερά.Αισθάνεται μια ανακούφιση. Ο πατέρας λέει ''Μιχαλάκη,άσε την Καλέσο να περιποιηθεί το μωρό της'' 
'' Μα πως πατέρα ;''
''Έλα και θα δεις !''
Ο Μιχαλάκης πηγαίνει δίπλα στον πατέρα και κοιτά για άλλη μια φορά σαστισμένος.
Πόσο τρυφερή είναι η Καλέσο με το μωρό της ! Το βελάζει τρυφερά ,το γλύφει και απαλά το σπρώχνει να πάει να πιει από το γάλα της και εκείνο δείχνει ευτυχισμένο !Κουνάει την ουρίτσα του και λευκός αφρός έχει δημιουργηθεί στις άκρες του στόματός του καθώς λαίμαργα ρουφάει το γάλα της μαμάς του.
'' Πατέρα,είναι πολύ όμορφο το αρνάκι'' λέει ο Μιχαλάκης.Τι όνομα να του χαρίσουμε ;
'' Δεν ξέρω παιδί μου'' λέει ο πατέρας.Διάλεξε εσύ ένα.
'' Να το πούμε...να το πούμε...Μπελισούλα ; ναι-ναι ,αυτό το όνομα του ταιριάζει !''
-'' Ναι ! συμφωνεί ο πατέρας,έτσι νομίζω κι εγώ.
Έλα να καθήσουμε κάτω από τον ίσκιο της αχλαδιάς. Η Καλέσο και η Μπελισούλα δεν μας χρειάζονται τώρα.
Πατέρας και γιος κάθονται και κοιτάζουν το κοπάδι που βόσκει ,την Καλέσο με το μωρό της. Ο Νταβέλης και ο Δερβίσης ,τα δύο τσομπανόσκυλα,πλησιάζουν κι αυτά.
'' Πατέρα,λέει ο Μιχαλάκης ,ξέρεις έφυγα από το σχολείο για να έρθω εδώ !'' 
- '' Το ξέρω Μιχαλάκη !'' λέει ο πατέρας. Αύριο,αφού ζητήσεις συγνώμη από τον δάσκαλό σου ,ελπίζω να τους πεις ,για ότι ξεχωριστό είδες σήμερα.
-'' Ναι πατέρα'' λέει με ανακούφιση ο μικρός μαθητής ,γέρνοντας χαρούμενος στον ώμο του πατέρα του.

Διονυσακοπούλου Ιωάννα 



( Η ζωγραφιά της νηπιαγωγού Βιβή Γαλάνη )  

Τρίτη, 7 Ιουλίου 2015

Ο θεόρατος γάτος,προστάτης των φίλων του.



Μια φορά κι ένα καιρό,σε μια πόλη - πού'μοιαζε με χωριό,στο μεγαλύτερο πάρκο ,δεν θα το ονομάσω,μήτε εδώ -ούτε παρακάτω,ζούσαν μικρά και μεγάλα γατάκια.Πεινασμένα-εξαθλιωμένα-δυστυχισμένα.Στις ηλιόλουστες μέρες που οι άνθρωποι συνήθιζαν να κάνουν περίπατο στο πάρκο ,πήγαιναν και τρίβονταν στα πόδια τους,σαν να τους έλεγαν '' πάρτε μας στο σπίτι σας-δείξτε μας λίγη στοργή,άνθρωποι καλοί ! Αυτό γινόταν καθημερινά ! Που και που έπαιρναν το χάδι,από μικρά παιδιά ! Και κάποια μέρα στα ξαφνικά,εμφανίστηκε ο θεόρατος γάτος-ο προστάτης τους και ζήτησε συνάντηση ,από τον βασιλιά ! Πράγματι ο βασιλιάς τον δέχτηκε στο παλάτι να ακούσει τί ήθελε να του πει ! '' Δεν ανέχομαι να βλέπω τα αδέρφια μου πεινασμένα - δυστυχισμένα ! Δεν ανέχομαι την αδιαφορία από τους ανθρώπους ,μα κυρίως από την πολιτεία ! Απαιτώ να φτιάξεις ένα μεγάλο σπίτι για όλα τα αδέρφια μου ! Να πάψουν να ζητιανεύουν φαγητό και καλοσύνη ! Να νιώθουν ζεστασιά και χαρμοσύνη ! '' Ο βασιλιάς,που ήταν λογικός και καλός άνθρωπος ,δίχως σκέψη του είπε '' Από αύριο το πρωί ,θα δώσω εντολή ,να ξεκινήσουν να φτιάχνουν το χώρο που ζητάς !'' Αφού ευχαρίστησε τον βασιλιά ,πήγε να ανακοινώσει τα ευχάριστα νέα στα άλλα τα γατιά ! Εκείνα ενθουσιασμένα ,το έριξαν στο τραγούδι και στο χορό  '' Μια φορά κι ένα καιρό,μπήκε ο γάτος στο χορό,γιατί απ'τη χαρά του-που θα ζει με τη κυρά του,σε ένα σπίτι καθαρό και με φαγητό !'' και έζησαν αυτοί καλά και εμείς (όπως πάντα) καλύτερα !

( Βελτιωμένο )

( Η ζωγραφιά από την νηπιαγωγό Βιβή Γαλάνη )

Καρράς Δημήτρης