Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2015

Μικρά παραμύθια '' Το λευκό τραινάκι ''

Το λευκό τραινάκι ξεκινά,
για ταξίδια μακρινά !
Από ανατολή - για τη δύση !
Μόνο σαν πέσει το σκοτάδι,
η διαδρομή θα σταματήσει !
Και από τον βορρά -για τον νότο ! 
Πάνω από πόλεις και χωριά,
ήρεμα-απλά
και δίχως κρότο !
Το λευκό τραινάκι γεμίζει με παιδιά,
κάθε μέρα,
αλλάζει και γειτονιά !
Όλα τα παιδάκια θα ταξιδέψουν,
τις ομορφιές της φύσης,
στο μυαλό τους θα μαζέψουν !
Θα θυμούνται για πάντα 
το λευκό τραινάκι ! 
Ίσως να το κάνουν....
και τραγουδάκι ! 

Δημήτρης Καρράς 

Σάββατο, 20 Ιουνίου 2015

Mικρά παραμύθια-'το πετρολούλουδο'

Τα μικρά παραμύθια
είναι και τα πιο ωραία
μα την αλήθεια !
Δεν με κουράζουν-
σε σκέψη με βάζουν !
Δεν με 'χαλάνε'-
μου χαμογελάνε !
Δεν με ζαλίζουν-
ούτε με σφυρίζουν !
Να ακούγονται απλά στα αυτιά-
να δίνουνε χαρά-
σε όλα τα παιδιά !
Να μιλάνε για τη φύση-
εκεί που η ομορφιά έχει ανθίσει !
Να μιλάνε για ζωάκια-
που είν'αθώα σαν τα  παιδάκια !
Να μιλούν για καλοσύνη-
νά'ρχεται η χαρμοσύνη !

'' Το πετρολούλουδο '' 

Το πετρολούλουδο,
μόνο στη ποταμιά !
Πήγαινε το βατράχι
και τού'κανε συντροφιά !
-Πώς περνά η μέρα σου 
έρμο λουλουδάκι ;
-Εσύ βατράχι μου καλό,
θα φύγεις από δω,
με ένα πηδηματάκι !
Εγώ όμως παρατηρώ,
τη κίνηση μες στο νερό !
Πριν από εσένα,
πέρασε μια πέστροφα χαμογελαστή !
Με χαιρέτησε
και με ένα σάλτο έφυγε κι αυτή !
Εχθές στάθηκε μια αρκούδα να πιει νερό
και το μικρό της το αρκουδάκι
έστησε τρελό χορό !
Όλα τα βλέπω από εδώ !
Να! κοίτα !
κοίτα μια πέτρα που κατρακυλά από το βουνό.
Θα μου κάνει για λίγο συντροφιά ,
πριν τη πάρει το ποτάμι,
για ταξίδια μακρινά !
Και τα δέντρα με αγαπούν πολύ !
Στις ζέστες τις μεγάλες,
μου απλώνουν το κλαδί !
Σαν έχω λοιπόν δροσιά,
αλλάζω φορεσιά
και στήνω ένα χορό....
πότε από 'κει-πότε από δω !
Γι αυτό σου λέω βατραχάκι μου καλό,
το πετρολούλουδο δεν μένει ποτέ μοναχό !
- Χάρηκα που τα είπαμε πετρολούλουδο.
Τώρα όμως φεύγω,πάω για παιχνίδια !
Να ! έρχεται ο βοσκός ,
με τα πολλά τα γίδια !  

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2015

Ο Φαταούλας και ο Νηστικός

http://hamomilaki.blogspot.gr/2015/06/o-fataoulas-kai-o-nistikos.html?utm_source=dlvr.it&utm_medium=facebook


Μια φορά κι έναν καιρό, κάποτε και τώρα, ζούσαν στο ίδιο χωριό δίπλα - δίπλα δυο άνθρωποι ίδιοι αλλά και... διαφορετικοί. Ήταν ίδιοι γιατί όλοι οι άνθρωποι χρειάζονται τα ίδια για να ζήσουν και ήταν διαφορετικοί γιατί ο ένας έτρωγε πολύ και ήταν χοντρός ενώ ο άλλος δεν είχε να φάει και ήταν αδύνατος.
 
Τον χοντρό άνθρωπο τον έλεγαν Φαταούλα και τον αδύνατο Νηστικό.
Ο Φαταούλας κάθε πρωί που ξυπνούσε, έστρωνε τραπέζι και έτρωγε μέχρι που του κοβόταν η ανάσα.
Μόλις απότρωγε, πήγαινε για ψώνια γυρνούσε στο σπίτι, ξαναέστρωνε τραπέζι και το έριχνε πάλι στο φαγοπότι. Με λίγα λόγια ο Φαταούλας όλη μέρα έκανε δυο δουλειές, έτρωγε και γέμιζε τ' αμπάρια του.
Ο Νηστικός κάθε πρωί που ξυπνούσε δεν εύρισκε τίποτε να φάει, πήγαινε στα σκουπίδια του Φαταούλα μήπως και βρει τίποτε αποφάγια. Αν ήταν τυχερός, γυρνούσε σπίτι του και λάδωνε τ’ άντερό του προσωρινά. Αν η τύχη δεν τον βοηθούσε έπεφτε στο κρεβάτι και περίμενε να περάσει η μέρα γιατί τα πόδια του δεν τον κρατούσαν.
Ο καιρός περνούσε, ο Φαταούλας όλο χόντραινε και ο Νηστικός όλο και αδυνάτιζε, γιατί τελευταία τα σκουπίδια του Φαταούλα ήταν αδειανά από φαγώσιμα. 
Ο Νηστικός δεν μπορούσε να καταλάβει τι έκανε όλα εκείνα τα αποφάγια, αφού έβλεπε πως τα περισσεύματα έφταναν να χορτάσουν πλήθος σαν εκείνον

Και μια φορά που ο Νηστικός είχε μέρες να βάλει μπουκιά στο στόμα του, πήγε απελπισμένος στο σπίτι του Φαταούλα να ζητιανέψει ένα πιάτο φαγητό από τα αποφάγια του.
-Γείτονα, του είπε, όπως βλέπεις εμένα ο θεός δεν με βοήθησε να έχω τα δικά σου καλούδια. Εσύ πήρες το καλύτερο κομμάτι της γειτονιάς και μένα μου έλαχε το ξεροβούνι. Δεν φυτρώνει ούτε τσουκνίδα και η μόνη μου ελπίδα για να μην πεθάνω της πείνας είσαι εσύ. Βλέπω ότι κάθε μέρα σου περισσεύουν τα αγαθά του Αβραάμ και του Ισαάκ, θα μπορούσες να με αφήνεις να τρώω από τα περισσεύματα».
Ο Φαταούλας τον κοίταξε από πάνω ως κάτω, γέλασε κοροϊδευτικά και είπε με ψεύτικη συμπόνοια.
-Αχ άνθρωπέ μου, πού τα είδες τα περισσεύματα, να ήξερες πόσο δύσκολα περνάω κι εγώ. Τι νομίζεις πως δεν θέλω να σε βοηθήσω; Ορίστε, σου επιτρέπω να έρχεσαι όποτε θες να ψάχνεις τα σκουπίδια μου και ότι βρίσκεις να το παίρνεις. Άντε στο καλό και ο θεός να σε βοηθήσει».
Σαν πήγε σπίτι του ο Νηστικός έπεσε σε βαθιά σκέψη. Βρε καλός άνθρωπος φαίνεται. Λες να είναι τα πράματα όπως τα λέει; Αλλά πάλι, τι το χρειάζεται τόσο φαί και τα σκουπίδια του, πώς και δεν βρίσκω τίποτε εκεί μέσα αυτό τον καιρό; Μπα, κάτι δεν μου φαίνεται σωστό αλλά ας περιμένω λίγο να δω τι γίνεται».
Την άλλη μέρα εκεί που έψαχνε γύρω μήπως και φύτρωσε καμιά ρίζα στην αυλή του, βλέπει τον Φαταούλα να κάθεται στο τραπέζι και να τρώει τον περίδρομο.
-Αχά, λέει, σήμερα κάτι θα ξετρυπώσω δεν μπορεί, τόσο ψητό έχει περιδρομιάσει, τι θα τα κάνει τα κόκαλα; Ας περιμένω να αποσώσει και θα πάω να ψάξω».
Κάθεται στο χώμα και περιμένει τον γείτονα να σηκωθεί από το φαγοπότι....
Μετά από ώρα τον βλέπε να μαζεύει τ’ αποφάγια σε μια γαβάθα και να καθαρίζει το τραπέζι. Υπομονή, σκέφτεται, σε λίγο θα χορτάσω κι εγώ». Κι εκεί που καθόταν κάνονταας υπομονή, τον βλέπει αντί να περπατά προς τα σκουπίδια, τι κάνει λέτε; Πάει στην άκρη της αυλής του, ανοίγει έναν βαθύ λάκκο και πετά εκεί μέσα τα φαγητά του! Του Νηστικού του ήρθε μιά ζάλη από την κατάπληξη. Με όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει σηκώνεται και φωνάζει.
-Τι κάνεις εκεί βρε άθλιε Φαταούλα; Δεν σου είπα πως αν δεν φάω κάτι είναι τα τελευταία μου;» «Τι να σου κάνω κι εγώ άνθρωπέ μου, τα σκουπίδια μου έχουν γεμίσει, θα με φαν οι μύγες αν δεν τα θάψω».
-Βρε πεθαίνω σου λέω, κρίμα να τα θάψεις, καλύτερα είναι να τα φάει το χώμα;
Σβήνω από ώρα σε ώρα» Στ’ αλήθεια πεθαίνεις; ρωτάει ο Φαταούλας με ενδιαφέρον. Κοίτα, πριν πεθάνεις άσε μου το σπίτι. Τι στο καλό γείτονες είμαστε, γιατί να το πάρει ξένος άνθρωπος!»
Ο Νηστικός σαν είδε πως δεν γινόταν τίποτε, έπεσε ανάσκελα, έκλεισε τα μάτια μη δει τουλάχιστον το Χάρο που γυρόφερνε.
Πέρασε το μεσημέρι, πέρασε το απόγευμα και λίγο πριν σβήσει, μια φασαρία τον έκανε να αργοανοίξει τα μάτια
Μέσα στη θολούρα του είδε στο διπλανό σπίτι τέσσερις να βγάζουν τονΦαταούλα σηκωτό, να τον φορτώνουν στο κάρο του νεκροθάφτη, και πρόλαβε ν’ ακούσει κάποιον να λέει «Θεός σχωρέστον κι αυτόν. Έσκασε από το πολύ φαί».
Κι ο Νηστικός ξεψύχησε!
_________
antikleidi

Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2015

H Bασίλισσα του χιονιού.

Μάρτιος,ο πρώτος μήνας της άνοιξης.Όλα στη φύση αλλάζουν.Τα γκρίζα σύννεφα και το τσουχτερό κρύο,δίνουν τη θέση τους στον ήλιο,που δειλά-δειλά εμφανίζεται στον ουρανό.
Τα πουλάκια αρχίζουν να κελαηδούν στα δέντρα και τα πρώτα λουλουδάκια εμφανίζονται.Η φύση πρασινίζει.Ξαφνικά,μέσα σε ένα βράδυ όλα αλλάζουν.Ο καθαρός ουρανός ,γέμισε από γκρίζα σύννεφα.Ο αέρας φυσούσε πολύ δυνατά και το πρώτο χιόνι δεν άργησε να πέσει.Αυτό συνεχίστηκε για πολλές ημέρες.Τα παιδιά άρχισαν να ανησυχούν.Τί να συμβαίνει άραγε;γιατί χιονίζει τόσες μέρες ;αφού ο χειμώνας έφυγε και είμαστε στην άνοιξη ! Τα παιδιά κοίταζαν ξανά και ξανά το ημερολόγιό τους και δεν πίστευαν αυτό που συνέβαινε.Ο μήνας Μάρτιος έφτανε στο τέλος του,μα ο ήλιος δεν φαινόταν πουθενά ! Μόνο χιόνι-παντού χιόνι.Μια παρέα παιδιών έκαναν ένα μικρό συμβούλιο.
- Πρέπει να πάμε να βρούμε τη βασίλισσα του χιονιού,να την ρωτήσουμε γιατί χιονίζει συνέχεια,είπε ένα παιδί.
--Ναι,ναι ! απάντησαν τα υπόλοιπα.
Όμως πως θα πάμε ; που μένει η βασίλισσα του χιονιού;Ποιον δρόμο θα ακολουθήσουμε ;
-Μην ανησυχείτε γι αυτό,είπε ο Ρήγας ,ο πιο τολμηρός της παρέας.
Τότε πήρε την μεγάλη απόφαση.
Από την αποθήκη του σπιτιού του,πήρε το έλκηθρο και πήρε το δρόμο για την εξοχή.Προχωρούσε-προχωρούσε και κοίταζε κάθε τόσο γύρω του,μήπως αντικρύσει την όμορφη βασίλισσα του χιονιού.Όλα γύρω του ήταν κατάλευκα και παγωμένα.Ο Ρήγας κουράστηκε να σέρνει το έλκηθρο και σταμάτησε να πάρει ανάσα.
Πέρασαν ώρες,πέρασαν μέρες και ο Ρήγας ακούραστα συνέχιζε να ψάχνει και να ρωτάει όποιον έβρισκε μπροστά του ,μήπως ξέρει που έχει το παλάτι της η βασίλισσα του χιονιού.
Αφού δεν μπόρεσαν να τον βοηθήσουν οι άνθρωποι ,άρχισε να ρωτάει τα ζώα και τα πουλιά.Ένας τάρανδος που τον είχε δει τον πλησίασε και του είπε πως αυτός γνωρίζει πού μένει η βασίλισσα του χιονιού !
Σκαρφάλωσε στη ράχη του τάρανδου ο Ρήγας και ξεκίνησαν στο μακρύ τους ταξίδι.
Μόλις άρχισε να νυχτώνει ,έφτασαν στο παλάτι της βασίλισσας.Ήταν όλα φτιαγμένα από πάγο και χιόνι.Δειλά-δειλά άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα στο παλάτι.
Σε μια γωνιά βλέπει την βασίλισσα να κάθεται και να κλαίει.
-Γιατί κλαις βασίλισσά μου;
Η βασίλισσα σήκωσε το κεφάλι και ένιωσε μεγάλη έκπληξη βλέποντας τον Ρήγα.
-Τί θες εσύ εδώ ; τον ρώτησε με τη σειρά της.
Ο Ρήγας με σκυμμένο το κεφάλι της είπε...
Ήρθα να σε βρω αγαπημένη μας βασίλισσα και να σε ρωτήσω γιατί συνέχεια χιονίζει και κάνει κρύο.Ο Απρίλης έχει πλέον έρθει και ενώ ο ήλιος θα έπρεπε να δίνει ζωή στα λουλουδάκια και ενώ τα πουλάκια θα έπρεπε να κελαηδούν στα δέντρα ,έξω χιονίζει συνέχεια !Τα λουλουδάκια έχουν σκεπαστεί με χιόνι και τα πουλάκια κινδυνεύουν να πεθάνουν από το κρύο.Οι γεωργοί στεναχωριούνται,γιατί δεν μπορούν να σπείρουν τα χωράφια τους και να πάρουν τη σοδειά για να θρέψουν τις οικογένειές τους.Έτσι αποφάσισα να έρθω να σε βρω καλή μου βασίλισσα και να σε ρωτήσω γιατί δεν αφήνεις τον ήλιο να βγει.
Η βασίλισσα έβαλε τότε τα κλάματα και με δάκρυα στα μάτια του είπε...
-Καλό μου παιδάκι , εγώ δεν θέλω να κάνω κακό σε κανέναν.Αγαπάω και τα λουλούδια και τα ζώα και πάνω απ'όλα αγαπάω τους ανθρώπους.Μα ο ήλιος μου είπε ότι οι άνθρωποι αγαπούν περισσότερο την άνοιξη και το καλοκαίρι και όχι εμένα που φέρνω τον χειμώνα.Έτσι κι εγώ ,για να τιμωρήσω τους ανθρώπους ,ρίχνω συνέχεια χιόνι.
Ο Ρήγας την πλησίασε και την χά'ι'δεψε στη παγωμένη της πλάτη.
-Είναι όλα ψέματα βασίλισσά μου !
Όλες οι εποχές είναι το ίδιο καλές και όλοι μας τις αγαπούμε το ίδιο.Μα τα παιδιά,περισσότερο από τους μεγάλους ,αγαπούν πολύ τον χειμώνα,γιατί κάνουν χιονάνθρωπο και παίζουν με το χιόνι !Αλλά όμως είναι και οι άλλες εποχές το ίδιο απαραίτητες και σημαντικές,όσο και χειμώνας !
Η βασίλισσα τότε ,σήκωσε το κεφάλι της και ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της.Τα πάντα έλαμψαν.Τα άσπρα σύννεφα,τα γεμάτα με χιόνι,άρχισαν να φεύγουν και έδωσαν τη θέση τους στον ήλιο.Σταμάτησε να χιονίζει.Ο ήλιος ζεστός και φωτεινός έλιωσε τα χιόνια.Τα πουλάκια στα δέντρα άρχισαν να κελαηδούν και τα λουλουδάκια άρχισαν να φυτρώνουν και να ανθίζουν,στολισμένα με πολύχρωμα φουστανάκια.
Ο Ρήγας χαρούμενος και ικανοποιημένος αγκάλιασε τη βασίλισσα ,την ευχαρίστησε για το καλό που έκανε και την χαιρέτησε.
-Θα σε ξαναδώ τον Νοέμβριο της φώναξε ανεβασμένος στη ράχη του τάρανδου και της κούνησε χαρούμενα το χέρι.
-Γειά σου Ρήγα ,είπε η βασίλισσα και μπήκε στο παλάτι της για να κοιμηθεί ως τον επόμενο χειμώνα !

(Παναγιωτίδου Ράνια)  

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2015

Ζωγραφίζοντας τη φύση.




Μια φορά κι ένα καιρό, άκουσα ένα παραμύθι, για ένα παιδί μικρό ! Να , σαν τη Κική ! Πήρε χρώματα και ένα λευκό χαρτί. Ήθελε να ζωγραφίσει,όμορφα τη γη. Ζωγράφισε παιδιά, με το γέλιο ως τ'αυτιά ! Ζωγράφισε και τα ζωάκια και έβαλε χρώματα πολλά στα... χελωνάκια ! Ζωγράφισε τον ήλιο στο λιβάδι ! Και αρνάκια ! Ολόκληρο κοπάδι ! Ζωγράφισε το χιόνι στα βουνά και έβαλε και την αρκούδα να φυλάει.....σκοπιά ! Ζωγράφισε λίμνες και ποτάμια και τους βάλτους με καλάμια !

Ζωγράφισε και βατραχάκια και τα μεταμόρφωσε.... όόόλα σε πριγκηπάκια ! Ήταν όμορφα σε αυτή τη γη ! Όλοι χαμογελούσαν ! Μεγάλοι και μικροί ! 


Δημήτρης Καρράς





<< Ένα μικρό παραμύθι >>

Τί είν'το παραμύθι ;
μήπως αληθινή ζωή ;
Ποιοι δεν το πιστεύουν ;
'' Μόνο οι κακοί '' (είπε το παιδί)
και τα παιδιά δεν λένε ψέματα !
Δεν τα γελάς με κέρματα !
Επειδή
έχουν αυθόρμητη φωνή !
Επειδή
έχουν αθώα ψυχή !
Η φύση τα επέλεξε
να ζούνε στη χαρά
το γέλιο τους σαν ακούει
η άνοιξη τραγουδά !
Ένα μικρό παραμύθι
είν' κι αυτό
και όποιος το αγαπήσει
θα τον ευγνωμονώ !


Δημήτρης Καρράς

Πλόπι,το ψαράκι.

Mια φορά κι ένα καιρό,υπήρχε ένα ψαράκι,ο Πλόπι.Ήταν πολύ μικρό,με πράσινη ουρίτσα και μεγάλα κόκκινα μάτια.Ζούσε μέσα σε ένα μικρό ποταμάκι.Βαριόταν όμως.Ήθελε να φύγει,να πάει να γνωρίσει κι άλλα μέρη .Έτσι λοιπόν μια μέρα,πήρε τη μεγάλη απόφαση.''Θα φύγω πλοπ-πλοπ'' είπε στα άλλα ψαράκια που ζούσαν μαζί του.''Θα φύγεις;Και που θα πας;πλοπ-πλοπ'' τον ρώτησαν αυτά.''Θα πάω να γνωρίσω κι άλλα μέρη,θα γίνω μεγάλος και τρανόςκαι όταν γυρίσω δεν θα με αναγνωρίσετε ! πλοπ-πλοπ''.Για να δώσει έμφαση σε αυτά που έλεγε,τέντωσε το κεφαλάκι του ψηλά και μισόκλεισε επιδεικτικά τα ματάκια του.Πλαφ ! και χτυπάει τότε το κεφαλάκι του σε μια μεγάλη πέτρα ! Άουτς ! κάνει και πιάνει με τα μικρά πτερύγιά του το κεφαλάκι του. χαχαχα...άρχισαν τότε τα άλλα ψαράκια να γελούν,κρατώντας την κοιλίτσα τους.''Κοιτάξτε έναν μεγάλο και τρανό ! πλοπ-πλοπ,άρχισαν να τον κορο'ι'δεύουν. Ο Πλόπι ντροπιασμένος άρχισε να κολυμπάει πολύ γρήγορα,για να φύγει ,όσο το δυυνατόν πιο μακριά.Η ουρίτσα του χτυπούσε με δύναμη το νερό.''Αχ ! τί ήταν αυτό που έπαθα ο κακόμοιρος ; Ακούς εκεί να με κορο'ι'δεύουν,σκεφτόταν καθώς κολυμπούσε .Θα τους δείξω εγώ ! Άσ'τους στη μοίρα τους,σε εκείνο το μικρό ποταμάκι. Ξαφνικά όμως άκουσε ένα μεγάλο θόρυβο.Τα νερά του ποταμιού άρχισαν να τρέχουν πολύ γρήγορα και τον τραβούσαν μαζί του.Ο Πλόπι ,στριφογύριζε σαν σβούρα ! ''Μα τι γίνεται'' σκέφτηκε.Ο καημενούλης ,βλέπετε,δεν είχε ξαναδεί καταράχτη.Και τότε,άρχισε να πέφτει προς τα κάτω.Η καρδούλα του ,κόντεψε να σπάσει από την αγωνία .Ξαφνικά ,ακούγεται ένα δυνατό πλαφ! και πέφτει με δύναμη στο νερό.Σιγά-σιγά η φόρα του νερού άρχισε να γίνεται κανονική κι έτσι παίρνοντας θάρρος ο Πλόπι,έβγαλε το κεφαλάκι του έξω από το νερό,για να δει τί του είχε συμβεί.Και τότε γούρλωσαν τα δυό μεγάλα κόκκινα ματάκια του.''Θεέ μου ,από εκεί πάνω έπεσα ;,που να με έβλεπαν τα άλλα ψαράκια που με κορό'ι'δευαν!Κοίταξε να δεις ,τί βουτιά έκανα ! είμαι ο μεγαλύτερος βουτηχτής του ποταμιού ! Όλος καμάρι για το κατόρθωμά του,βούτηξε πάλι στο νερό και άρχισε να κολυμπάει.Μα τί είναι αυτό μπροστά μου ;Ά, είμαι πολύ τυχερός ! Σήμερα κανένας δεν μου μοιάζει ! Τί ωραίο σκουληκάκι είναι αυτό και έχω μιά πείνα !Ανοίγει λαίμαργα το στοματάκι του και αρπάζει το σκουληκάκι.Μόλις όμως το έφαγε,άρχισε να νιώθει πολύ περίεργα.Η κοιλίτσα του τον πονούσε πάρα - πολύ,ήταν λες ,σαν να προσπαθούσε το σκουλικάκι να βγει έξω απ'αυτήν . Ξαφνικά τότε βρέθηκε με δύναμη έξω από το νερό και η ουρίτσα του χτυπούσε σαν τρελή στον αέρα.Άρχισε να πλησιάζει κοντά στην ακτή.Δυό μεγάλα χέρια τον άρπαξαν,τον έβγαλαν από το αγκίστρι. και τον έριξαν μέσα σε ένα μεγάλο καλάθι,μαζί με κάτι άλλα ψάρια.Ο Πλόπι προσπαθούσε να πάρει ανάσα,δεν μπορούσε όμως,δεν ήξερε ο καημένος,πως τα ψάρια δεν αναπνέουν έξω από το νερό .Κρύος ιδρώτας άρχισε να τρέχει από το κεφαλάκι του..Προσπαθούσε να πηδήξει έξω από το καλάθι ,αλλά δεν τα κατάφερνε.Σιγά-σιγά άρχισε να χάνει την δύναμή του και έκλεισε τα ματάκια του για να κοιμηθεί,ένιωθε πολύ κουρασμένος.Σκεφτόταν το ποταμάκι του,τα άλλα ψαράκια.Τί καλά που ήταν εκεί ! Τί τα ήθελε τα μεγαλεία και τα ταξίδια ; Ορίστε που βρίσκεται τώρα ! Μέσα σε ένα καλάθι του ψαρά ! Αχ και να μπορούσε......''.Εεεε ,ξύπνα υπναρά,πλοπ-λποπ,όλο το πρωί κοιμάσαι ! Πότε θα πάμε να παίξουμε ; Άντε σήκω!'' Ο Πλόπι ανοίγει τρομαγμένος τα μεγάλα κ΄κκινα ματάκια του,''πού βρίσκομαι ; πού είναι το καλάθι ; πλοπ-πλοπ εσύ πως βρέθηκες εδώ ;'' '' Αχ καημένε,κοιμάσαι ακόμα,εγώ πάντως φεύγω'' είπε ο Φλόπι το γκρίζο ψαράκι.Ο Πλόπι άρχισε σιγά-σιγά να ξυπνάει.Κοιτάει γύρω του ''Μα ναι ! βρίσκομαι στο σπίτι μου''πλοπ-πλοπ ξεφωνίζει χαρούμενα ΄΄ όνειρο ήταν !''Χαρούμενος,δίνει μιά με τη μικρή ουρίτσα του και βρίσκεται έξω από τη σπηλιά.Κολύμπησε γρήγορα,για να βρει τους άλλους φίλους του.Θα έπαιζε και τα πιο τρελά παιχνίδια μαζί τους ! Ήταν στο σπίτι του,στο ποταμάκι του ! Το πάθημα,του έγινε μάθημα,έστω και αν αυτό συνέβηκε,στο όνειρό του !

(Ψούνου Χριστίνα Νηπιαγωγός)