Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

'' Μια καλή κυρά-σαν τα κρύα τα νερά ''

( Το ζητούμενο είναι,να προσφέρουμε στιγμές γέλιου στα παιδιά,έστω και με '' χαζές '', κατά πολλούς,ιστοριούλες.)

---- Γιατί καλή κυρά-σαν τα κρύα τα νερά,αγάπησες τον μασκαρά ; 

---- Επειδή είχε μάσκα αγγελική και ψυχή πονετική ! 

---- Και σαν έβγαλε τη μάσκα , ήταν όμορφη μορφή ;

----- Πίσω από τη μάσκα ,αντίκρισα δυό μάτια,όμοια,σαν του ονείρου τα παλάτια ! Και η καρδιά του η καλή,ίδια,σε όλη τη ζωή !

Να ήταν τυχαίο βρε παιδιά,που αγάπησε τον μασκαρά,η καλή κυρά - σαν τα κρύα τα νερά,και έζησαν μαζί,με αγάπη , κατανόηση και πρω'ι'νό φιλί ; 

Δημήτρης Καρράς




Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2015

'' Η Ζαχαρένια '' (αυτοσχέδιο) << Λάμπρου Ελένη >>

Μια φορά κι ένα καιρό σε μια πολιτεία παραμυθένια,ζούσε ο κύριος Ορέστης,ο ζαχαροπλάστης.Ήταν ένας ευτυχισμένος γεράκος με μάγουλα ροδαλά κι ένα περήφανο μουστάκι.Φορούσε πάντοτε τη λευκή ποδιά κι έφτιαχνε του κόσμου τα γλυκά ! Όμορφους κύκνους στολισμένους με καραμέλες,παγωτά με κερασάκια και ομπρελίτσες,σπιτάκια σοκολατένια,τούρτες που έμοιαζαν με πύργους και ιππότες που ήταν έτοιμοι να σώσουν βασιλοπούλες από άγριους δράκους ! Απ' όλα όμως τα γλυκίσματά του αυτό που ξεχώριζε ήταν η μικρή ζαχαρένια ,που ήταν σκέτη γλύκα ! Ήταν όλη φτιαγμένη από ζάχαρη,τα μακριά μαλλιά της,το λευκό φόρεμά της,η ζώνη στη μέση της και το όμορφο στέμμα της.Αυτό όμως που την έκανε πραγματικά να λάμπει και να ξεχωρίζει μέσα στο ζαχα ροπλαστείο του κυρίου Ορέστη ήταν ότι η Ζαχαρένια είχε ψυχή ! Έβλεπε όσα υπήρχαν γύρω της,άκουγε και σκεφτόταν,χαίρονταν και λυπούνταν κι έκανε ονειρεμένα ταξίδια με το νου της. Είχε όμως μια μεγάλη στεναχώρια.Άκουγε καιρό να λένε ότι ο κόσμος είναι πολύ όμορφος έξω από το μαγαζί,ότι υπάρχει ο ήλιος,τα δέντρα,η θάλασσα.Αχ ! η θάλασσα !!! Πόσο ήθελε να δει πως είναι αυτή η θάλασσα,με τις τόσες ιστορίες που έλεγαν γι αυτήν οι ναυτικοί ! Αυτό ήταν,πήρε επιτέλους την απόφαση της να παρακούσει τον κυρ-Ορέστη που η αγάπη του της είχε δώσει ψυχή και να πάει να γνωρίσει τη θάλασσα. Κοίταξε δεξιά κι αριστερά κι αφού δεν υπήρχε κανείς,ξεκίνησε για το ονειρεμένο ταξίδι της. Άρχισε να περπατάει,να περπατάει.....ήταν τρισευτυχισμένη.Μπορούσε να  από κοντά ,τα δέντρα,τα λουλούδια,τα πουλιά ....'' που πας Ζαχαρένια;έλα να παίξουμε !'' ακούστηκε μια φωνούλα.Ήταν ο Ρούντι,το αρκουδάκι,που εκείνη τη στιγμή έπαιζε με τα τουβλάκια στην αυλή του. '' Ά,όχι τώρα,δεν έχω χρόνο,βιάζομαι να πάω να δω τη θάλασσα '' είπε η Ζαχαρένια και συνέχισε να προχωράει.Πιο κει συνάντησε την Μπίτση ,την κοτούλα '' κο κο κο έλα να σου δώσω ένα πουλάκι Ζαχαρένια κο κο κο '' της φώναξε. '' Ά,όχι τώρα,δεν έχω χρόνο,βιάζομαι να πάω να δω τη θάλασσα ''απάντησε πάλι  η Ζαχαρένια,που τα μαγουλάκια της είχαν γίνει κατακόκκινα από το τρέξιμο.Μα...για κοίτα,να τη επιτέλους,φαίνονταν στον ορίζοντα η θάλασσα.Συνέχισε η Ζαχαρένια να περπατάει όλο και πιο βιαστικά ,ώσπου άρχισε να πλησιάζει. Να που επιτέλους ,είχε καταφέρει να πατήσει με τα πόδια της στην παραλία.Άρχισε να παίζει και να τραγουδά,να μαζεύει πετραδάκια....ώσπου '' φλουπ '' ένα κύμα ήρθε και σκέπασε τη Ζαχαρένια. Άρχισε σιγά-σιγά να λειώνει μέσα στο θαλασσινό νερό ,ώσπου αισθάνθηκε ότι γινόταν ελαφριά,ελαφριά σαν πούπουλο που το παίρνει ο αέρας και το ανεβάζει στον ουρανό.......

( η ζωγραφιά της Νηπιαγωγού Βιβής Γαλάνη )

Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2015

'' Το μαύρο φεγγάρι ''

Θα σας πω ένα παραμύθι για το φεγγάρι το φωτεινό,που έγινε ένα βράδυ,μαύρο-ίδιο με τον ουρανό !

Ήταν ένα βράδυ ,όχι ξεχωριστό,παρά όμοιο με το χθεσινό ! Οι άνθρωποι κοιμούνται ήσυχοι στα σπίτια τους.Μόνο ένας 'τρελός' ξενυχτά ! Σαν πλησίαζε το χάραμα ,τους ξύπνησε με τις φωνές του.
'' Σηκωθείτε χωριανοί,σηκωθείτε ! Το φεγγάρι χάθηκε,κοπιάστε να το δείτε !''
'' Τι τον έχει πιάσει πάλι τον 'τρελό' ; Τι ανακάλυψε πάλι,το σαλεμένο του μυαλό ;''
Δεν πρόλαβε να αποσώσει την κουβέντα του κι άκουσε να χτυπά μανιασμένα ,η καμπάνα του χωριού !
Φωτιές-φωτιές ! χιλιάδες φωτιές στις ρεματιές ! Στέρεψαν απότομα και όλες οι πηγές ! 
Τί κακό είναι τούτο που μας βρήκε ; Λες και το θεριό από την τρύπα του να βγήκε ; 
Τότε θυμήθηκαν τις φωνές του 'τρελού' ! Αντρώθηκαν και θάρρεψαν στην όψη του κακού ! 
Η φύση όμως τους συμπόνεσε και βροχή τους δώρισε ! Μια δυνατή βροχή ,που έσβησε και την τελευταία αναλαμπή !
Το φεγγάρι,δεν εξαφανίστηκε πια ποτέ , όμως ο 'τρελός',βρήκε μια θέση μόνιμη,στον καφενέ ! 

Δημήτρης Καρράς

Τρίτη, 28 Ιουλίου 2015

'' Ο πονηρός πίθηκος ''

Ο πίθηκος ο πονηρός/είναι πάντα σκεπτικός !
Είναι μέγας διπλωμάτης/ταπεινός μα ανοιχτομάτης !
Όλα τα ζυγιάζει/και το λάθος του τ'αγιάζει !
Θα την κάνει την συμφωνία/κάτω από το τραπέζι όμως/να μην βλέπει η κοινωνία !
Γι αυτό τον βγάλαν πονηρό/πάντα έχει έναν σκοπό !
Όλοι τον γνωρίζουν, τον πίθηκο αυτόν/βλέποντας το μέλλον ,ξεχνούνε το παρόν !
Κι έτσι ο πίθηκος αραχτός/συνεχίζει να τρώει μοναχός !
Δημήτρης Καρράς

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2015

Ο ΑΣΤΕΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ

Ένα παραμύθι από μια νηπιαγωγό ,που την γνώρισα στο διαδίκτυο και είχα την τιμή να την γνωρίσω και από κοντά !  Εκπαιδευτικός αξιέπαινη  που προσπαθεί αδιάκοπα να μεταδώσει τη γνώση αυτή που  κατέχει στο κάθε παιδί ξεχωριστά !



 Ο ΑΣΤΕΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ 

Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα νησάκι μακρινό , με λιγοστούς κατοίκους και φτωχικά σπιτάκια, ζούσε ο κυρ Γιώρης ο ψαράς. Πολλά τα βάσανά του, μεγάλη η φτώχια του, όμως η καρδιά του πάντα ζεστή και το πρόσωπό του πάντα χαμογελαστό.
Δεν τον πείραζε που τα λεφτά του ήταν λιγοστά, ούτε που το καλυβάκι του άφηνε όλους τους αέρηδες να περνάνε μέσα σαν τους πιο επίσημους καλεσμένους! Ζούσε ευτυχισμένος με τα λιγοστά υπάρχοντά του.

Κάθε πρωί πήγαινε για ψάρεμα και δεν τον έμελλε πόσο μεγάλη θα ήταν η ψαριά του, του άρεσε να κάθεται στου βράχου την ακρούλα και να φουσκώνει τα πνευμόνια του με το θαλασσινό αεράκι και να χορταίνει τα μάτια του με τα παιχνιδιάρικα κυματάκια στεφανωμένα με τα χρώματα του ουρανού. Καμιά φορά πήγαινε και βράδυ, και τότε η ευτυχία του ήταν ακόμη μεγαλύτερη! Χάζευε σαν πρωτόβγαλτο παιδάκι τη θάλασσα να χρυσαφίζει από τα αστέρια που καθρεφτίζονταν στα βαθιά νερά της! Ένα πρωί λοιπόν, σαν όλα τα άλλα, πήγε ο κυρ Γιώρης να ψαρέψει!
-Άιντε να δούμε σήμερα! Θα βγάλουμε κανά καρχαρία; Σιγοψιθύρισε μοναχός και κρυφογέλασε.
Περίμενε κάμποση ώρα ,με το καλάμι του τεντωμένο σαν βασιλικό σκήπτρο! Ένοιωσε για μια στιγμή το καλάμι να κουνιέται και το τράβηξε γρήγορα γρήγορα έξω από το νερό...Μα έκανε λάθος! Το σκουληκάκι ήταν ακόμη στη θέση του. Το ξανάριξε πίσω και περίμενε πάλι!

Αυτή την φορά, δεν πρόλαβε να μουσκέψει το σκουλήκι και το καλάμι κουνήθηκε πέρα δώθε , με δύναμη και βιάση. Παραξενεύτηκε ο κυρ Γιώρης, φοβήθηκε και λίγο , μα το ξανατράβηξε πάνω, να δει την ψαριά του. Δεν μπορεί να κανε λάθος κι αυτή την φορά.
Δεν πίστευε στα μάτια του ο καημένος, ένας αστερίας πλουμιστός και λαμπερός στεκόταν στην άκρη του καλαμιού του!-Έλα Χριστέ και Παναγία! Από πότε οι αστερίες τσιμπάνε τα δολώματα; Σταυροκοπήθηκε ο κυρ Γιώρης κι έκανε να τον αμολήσει πάλι στο νερό!
-Μη ! μη! Σε παρακαλώ! Περίμενε λιγάκι! Ακούστηκε η ψιλή φωνούλα του αστερία και ο κυρ Γιώρης πάγωσε από την τρομάρα του.
- Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά! Σταυροκοπήθηκε και πάλι!-Τι μαγικό είναι τούτο;
-Αχ καλέ μου γεράκο! Μη φοβάσαι! Δεν είμαι μαγικό! Ένα αστέρι είμαι, σαν όλα τα άλλα! Δηλαδή... ήμουν!
-Τι λες βρε; Να με ξεκουτιάνεις θες; Τι «αστέρι» μου λες; Εσύ είσαι αστερίας! Αστερίας με λαλιά!
-Αλήθεια λέω γεράκο! Αστέρι ήμουν, εκεί ψηλά στον ουρανό! Αστέρι από τα πιο όμορφα, τα πιο λαμπερά! Το πιο μεγάλο και το πιο χρυσό απ όλα τα άλλα! Μα όλο περηφανευόμουν, όλο κοκορευόμουν για τις χάρες μου και το Φεγγάρι θύμωσε! Να με τιμωρήσει ήθελε κι με έσπρωξε να πέσω στη θάλασσα! Κατάρα μου δωσε να μείνω στα βάθη της ωσότου βρεθεί άνθρωπος να με ψαρέψει!«Βρε μπας κι ονειρεύομαι; Τι περίεργα πράματα μου αραδιάζει τούτο εδώ;» σκεφτόταν ο κυρ Γιώρης δίχως να μιλάει, μα το αστέρι διάβασε στα μάτια του την αμφιβολία και του είπε κι άλλα για να καταλάβει !
-Το Φεγγάρι είναι ο βασιλιάς μας κι έχει για υπηκόους τους όλα εμάς τα μικρότερα αστέρια! Μα εμένα δε μου φτανε! Έβλεπα την αστραφτάδα μου κι όλο το διαλαλούσα , μπας και συμφωνήσουν και τα άλλα αστέρια , να γίνω εγώ ο βασιλιάς του ουρανού! Και να που βρέθηκα! Από τα ψηλά στα χαμηλά!

Το κοίταζε ο κυρ Γιώρης με απορία και το άκουγε με προσοχή!«Αμ καλά λένε ασημένια η μιλιά , μα χρυσή η βουβαμάρα!» συλλογίστηκε.- Αχ καλέ μου γεράκο, κάνε μια ευχή να στην κάνω αληθινή! Μόνο έτσι θα μπορέσω κι εγώ να ξανανέβω ψηλά! Μόνο ΑΝ κάνω κάτι καλό για κάποιον άλλον, θα με δεχτεί πίσω το Φεγγάρι! Έτσι μου είπε! Και μου δωσε μια, και βούτηξα στα βαθιά!Ο κυρ Γιώρης τα χε χαμένα! Μα τι ευχή να κάνει; Αυτός τα είχε όλα!
-Δεν έχω ευχή να κάνω!
-Μα πως; Δεν θες τίποτα; Όλα μπορώ να σου τα δώσω, ζήτησέ μου ό,τι θες!
-Αφού τα έχω όλα!
-Δεν θες λεφτά; Σπίτια μεγάλα σαν παλάτια; Σκέψου κάτι γεράκο μου, σε παρακαλώ! Μήπως θες να ταξιδέψεις σε πολιτείες ξακουστές ; Μήπως θες να γνωρίσεις δόξες και τιμές; 
Τίποτα από αυτά δεν ήθελε ο κυρ Γιώρης. Δεν άλλαζε με τίποτε στον κόσμο το φτωχοκαλυβάκι του, το μικρό νησάκι του που μεγάλωσε κι έζησε ως τώρα, ούτε και την ευτυχία που έβρισκε στην αγκαλιά της θάλασσας.
-Όχι, τίποτα! έκανε στο τέλος και το αστέρι άρχισε να μαραζώνει από τη στεναχώρια του.
Πολύ το λυπήθηκε ο κυρ Γιώρης, κι έστυψε το μυαλό του να βρει μια ευχή να κάνει.
-Βρήκα τι να ευχηθώ! Αναφώνησε μετά από λίγο και αμέσως το αστέρι αναθάρρεψε.-Τι είναι γεράκο μου; Τι; Αγωνιούσε το αστεράκι.
-Εύχομαι...εύχομαι να σε λυπηθεί ο βασιλιάς σου και να σε ξαναδεχτεί στο βασίλειό του!
-Μα, μα αυτή δεν είναι ευχή για σένα,αυτή είναι ευχή για μένα.
-Καλέ μου φίλε, ΑΝ εσύ ξαναγυρίσεις εκεί που ανήκεις και γίνεις ευτυχισμένο, τότε κι εγώ θα είμαι δυο φορές ευτυχισμένος που σε βοήθησα! του αποκρίθηκε ο γερο- ψαράς και του χαμογέλασε τρυφερά.Το γνώριζε ο κυρ Γιώρης, καλύτερα από τον καθένα, πως την ευτυχία δεν τη βρίσκει κανείς στα πλούτη και τα μεγαλεία, μα στην ζεστή και ανοιχτή καρδιά!

Νέλλυ Νέζη
(Βραβεύθηκε με το Β' βραβείο στην κατηγορία "Παραμύθι" στο λογοτεχνικό 

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2015

Λα'ι'κό παραμύθι



Ο βοσκός και το φίδι


Μια φορά και έναν  καιρό ,ήτανε ένας βοσκός.
Μια μέρα που έβοσκε τα πρόβατά του,ο πλάτανος που ήταν δίπλα του έπιασε φωτιά.Πάνω στον πλάτανο ήταν ένα φίδι.Το φίδι φώναξε : -Έ βοσκέ ! Σώσε με σε παρακαλώ ! Και ο βοσκός βάζοντας την μαγκούρα του ,βοήθησε το φίδι να κατεβεί από το δέντρο.Τότε το φίδι του είπε : -Για να σε ευχαριστήσω  που μ'έσωσες θα σου κάνω ένα δώρο .Άνοιξε το στόμα σου να σου ρίξω λίγο σάλιο και θα μάθεις να μιλάς και να καταλαβαίνεις όλες τις γλώσσες  των ζώων.Αλλά πρόσεξε ! Δεν πρέπει να αποκαλύψεις ποτέ σε κανέναν ότι καταλαβαίνεις την γλώσσα των ζώων,γιατί αν το κάνεις ,θα πεθάνεις ! 
Ο βοσκός δέχτηκε και έτσι κι έγινε.Την άλλη μέρα ο βοσκός με την γυναίκα του ,θα πήγαιναν στο πανηγύρι στο διπλανό χωριό.Η γυναίκα του ανέβηκε στη φοράδα που ήταν και έγκυος ,ο βοσκός ήταν πεζός και τους ακολουθούσε και το άλλο πουλαράκι της φοράδας.Στο δρόμο που πηγαίνανε ,της λέει το πουλαράκι : - Αχ μαμά κουράστηκα ! Πήγαινε πιο σιγά,δεν μπορώ τόσο γρήγορα !
- Δεν ντρέπεσαι ,του απαντά,εσύ τόσο νέο,κουράστηκες τόσο γρήγορα ! Εγώ τι να πω που είμαι και έγκυος και κουβαλάω και αυτή την χοντρή γυναίκα !
Τότε ο βοσκός,που καταλάβαινε τη γλώσσα τους,δεν άντεξε και έβαλε τα γέλια. Η γυναίκα του τον ρώτησε γιατί γελά.
Τίποτε,της λέει ο βοσκός και συνέχισε να γελά.
-Θέλω να μου πεις,επέμεινε η γυναίκα.
Και στο πανηγύρι που πήγανε,αυτή συνέχιζε να τον ρωτά.Αυτό συνεχίστηκε αργότερα και στο σπίτι τους.Η περιέργεια που είχε ήταν πολύ μεγάλη !
Ο βοσκός της λέει :
- Αν σου πω ,θα πεθάνω ! Αυτό θέλεις ;
-Ναι ! του απαντά.Πες μου κι ας πεθάνεις.
-Τότε λοιπόν ετοίμασε το στάρι και τα ψωμάκια.
Έτσι κι έγινε.Η γυναίκα του ετοίμαζε το στάρι και το ψωμί.
Από το παράθυρο που ήταν ανοιχτό,ο βοσκός άκουσε τα ζώα να λένε :
-Γαβ-γαβ ,το αφεντικό θα πεθάνει ,είπε ο σκύλος
-Νιάου-νιάου,το αφεντικό θα πεθάνει,είπε και η γάτα.
-Κικιρίκου ! τέτοιο μυαλό που έχει,καλά να πάθει,είπε ο κόκορας.
-Γιατί ; ρώτησαν τα άλλα ζώα μαζί.
-Εγώ δέκα γυναίκες έχω και ότι θέλω τις κάνω.Αυτός μια και τον κάνει ότι θέλει αυτή.Εάν ήμουν εγώ στη θέση του,όχι μόνο δεν θα πέθαινα ,αλλά πρώτα θα μοίραζα το στάρι στις κότες και το ψωμί στο σκύλο και στη γάτα και προπαντός θα έδιωχνα τη γυναίκα μου τέτοια που είναι.
Αφού το σκέφτηκε λίγο,διαπίστωσε πως ο κόκορας είχε απόλυτο δίκιο.Μοίρασε λοιπόν το στάρι στις κότες,το ψωμί στο σκύλο και την γάτα και έδιωξε τη γυναίκα του ,για το κακό που πήγε να του κάνει.
Και έτσι έζησε αυτός καλά μαζί με τους φίλους του τα ζώα κι εμείς καλύτερα.


Σβάρνα Ειρήνη 

( Η ζωγραφιά από την νηπιαγωγό Βιβή Γαλάνη) 
  

Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2015

H αλεπού.

--- Για πες μου παππού,
πώς γνώρισες την αλεπού ;

----Μια φορά και ένα καιρό,
υπήρξε μια αλεπού,
με το πιο έξυπνο μυαλό !
Και δεν ήταν μόνο αυτό !
Είχε κι ανθρώπινη λαλιά !
Ανταμώσαμε μια μέρα,
στ'αμπέλια-στην πλαγιά !
Καλημέρα ακούω
και άνθρωπο δεν αγροικώ !
------Φίλε άνθρωπε,
εγώ σου μιλώ !
-----Μπα !
από πότε μιλούν οι αλεπούδες ;
-----Από τότε που τα εγγόνια,
δεν πιστεύουν τους παππούδες !
Και έζησαν αυτοί καλά...
και η αλεπού καλύτερα !!!
Δημήτρης Καρράς

Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2015

Η Καλέσο !



Η ΚΑΛΕΣΟ

Κύριε-κύριε,μπορώ να βγω έξω ; είπε ο μαθητής.
Μάλιστα παιδί μου ,απαντά ο δάσκαλος.
Ο μικρός μαθητής της δευτέρας δημοτικού,δρασκέλισε το κατώφλι της πόρτας του σχολείου και βρέθηκε έξω στην αυλή.
Το είχε σκεφτεί πολύ καλά από πριν. Από το πρωί τριγύριζε στο μυαλό του η ιδέα ,πως να βρει δικαιολογία να φύγει από το σχολείο.Ανυπομονούσε να πάει στο κοπάδι του πατέρα του,για να δει αν γέννησε η αγαπημένη του προβατίνα ,η Καλέσο.
Από το πρωί είχε ακούσει τον πατέρα του να λέει '' Γυναίκα,μάλλον σήμερα πρόκειται να γεννήσει η Καλέσο,η προβατίνα του Μιχαλάκη.Πρέπει να την προσέξω,επειδή πρώτη φορά γίνεται μητέρα και ίσως χρειαστεί την βοήθειά μου''.
Από εκείνη τη στιγμή το μυαλό του Μιχαλάκη ήταν στο κοπάδι και στο αγαπημένο του πρόβατο.Καλό και άγιο το σχολείο αλλά και η Καλέσο....έπρεπε να πάει κοντά της.
Δίστασε για μια στιγμή αλλά....το βάδισμά του άρχισε να γίνεται πιο γρήγορο και να το διαδέχεται το τρέξιμο.Τρέχει-τρέχει να προλάβει να δει τι έγινε !
Το κοπάδι βρίσκεται έξω από το χωριό,στο χωράφι που λέγεται μισοκατάραχο.Μισό κομμάτι γης ,σαν λωρίδα.Είναι το αγαπημένο μέρος του Μιχαλάκη,σωστός παράδεισος είναι εκεί.
Πεύκα,πολλές ελιές-καρυδιές-αχλαδιές-ροδιές.Εκεί ζει και το κοπάδι του πατέρα.Εκατό πρόβατα και μέσα σ'αυτά το πιο ξεχωριστό-η Καλέσο και τα σκυλιά ο Νταβέλης κι ο Δερβίσης οι φύλακες του κοπαδιού.
Ο δρόμος που χωρίζει πια το Μιχαλάκη από το κοπάδι είναι λίγος.Κοντοστέκεται.Και αν στο κοπάδι είναι και ο πατέρας;πως θα δικαιολογηθεί που δεν είναι στο σχολείο ; Η παιδική ψυχή βρίσκεται πάλι σε δίλημμα. Όχι-όχι,δεν γίνεται να γυρίσει πίσω.Λαχταρά,θέλει να πάει να δει.
Το τρέξιμο ξαναρχίζει,επιτέλους φτάνει.Νά το το κοπάδι,να και η καλέσο ξεκομμένη από το κοπάδι και ο πατέρας.
Μα τι κάνει ο πατέρας στην καλέσο ; Τα παιδικά μάτια κοιτούν-κοιτούν,δεν ξέρουν ακριβώς τι βλέπουν.
Ο πατέρας γυρίζει και του ρίχνει μια βιαστική ματιά και γυρνά πάλι προς την καλέσο.Την βοηθά να γεννήσει το μωρό της.Ένα βέλασμα ακούγεται...''μπεεε'' είναι το νεογέννητο αρνάκι που ήρθε στον κόσμο.Τα παιδικά μάτια ανοίγουν ορθάνοιχτα.Πρώτη φορά βλέπουν κάτι τέτοιο,κάτι τόσο ξεχωριστό !Είναι θηλυκό λέει ο πατέρας και αφήνει το μικρό αρνάκι κάτω.Ο Μιχαλάκης πλησιάζει ,χα'ι'δεύει την Καλέσο τρυφερά.Αισθάνεται μια ανακούφιση. Ο πατέρας λέει ''Μιχαλάκη,άσε την Καλέσο να περιποιηθεί το μωρό της'' 
'' Μα πως πατέρα ;''
''Έλα και θα δεις !''
Ο Μιχαλάκης πηγαίνει δίπλα στον πατέρα και κοιτά για άλλη μια φορά σαστισμένος.
Πόσο τρυφερή είναι η Καλέσο με το μωρό της ! Το βελάζει τρυφερά ,το γλύφει και απαλά το σπρώχνει να πάει να πιει από το γάλα της και εκείνο δείχνει ευτυχισμένο !Κουνάει την ουρίτσα του και λευκός αφρός έχει δημιουργηθεί στις άκρες του στόματός του καθώς λαίμαργα ρουφάει το γάλα της μαμάς του.
'' Πατέρα,είναι πολύ όμορφο το αρνάκι'' λέει ο Μιχαλάκης.Τι όνομα να του χαρίσουμε ;
'' Δεν ξέρω παιδί μου'' λέει ο πατέρας.Διάλεξε εσύ ένα.
'' Να το πούμε...να το πούμε...Μπελισούλα ; ναι-ναι ,αυτό το όνομα του ταιριάζει !''
-'' Ναι ! συμφωνεί ο πατέρας,έτσι νομίζω κι εγώ.
Έλα να καθήσουμε κάτω από τον ίσκιο της αχλαδιάς. Η Καλέσο και η Μπελισούλα δεν μας χρειάζονται τώρα.
Πατέρας και γιος κάθονται και κοιτάζουν το κοπάδι που βόσκει ,την Καλέσο με το μωρό της. Ο Νταβέλης και ο Δερβίσης ,τα δύο τσομπανόσκυλα,πλησιάζουν κι αυτά.
'' Πατέρα,λέει ο Μιχαλάκης ,ξέρεις έφυγα από το σχολείο για να έρθω εδώ !'' 
- '' Το ξέρω Μιχαλάκη !'' λέει ο πατέρας. Αύριο,αφού ζητήσεις συγνώμη από τον δάσκαλό σου ,ελπίζω να τους πεις ,για ότι ξεχωριστό είδες σήμερα.
-'' Ναι πατέρα'' λέει με ανακούφιση ο μικρός μαθητής ,γέρνοντας χαρούμενος στον ώμο του πατέρα του.

Διονυσακοπούλου Ιωάννα 



( Η ζωγραφιά της νηπιαγωγού Βιβή Γαλάνη )  

Τρίτη, 7 Ιουλίου 2015

Ο θεόρατος γάτος,προστάτης των φίλων του.



Μια φορά κι ένα καιρό,σε μια πόλη - πού'μοιαζε με χωριό,στο μεγαλύτερο πάρκο ,δεν θα το ονομάσω,μήτε εδώ -ούτε παρακάτω,ζούσαν μικρά και μεγάλα γατάκια.Πεινασμένα-εξαθλιωμένα-δυστυχισμένα.Στις ηλιόλουστες μέρες που οι άνθρωποι συνήθιζαν να κάνουν περίπατο στο πάρκο ,πήγαιναν και τρίβονταν στα πόδια τους,σαν να τους έλεγαν '' πάρτε μας στο σπίτι σας-δείξτε μας λίγη στοργή,άνθρωποι καλοί ! Αυτό γινόταν καθημερινά ! Που και που έπαιρναν το χάδι,από μικρά παιδιά ! Και κάποια μέρα στα ξαφνικά,εμφανίστηκε ο θεόρατος γάτος-ο προστάτης τους και ζήτησε συνάντηση ,από τον βασιλιά ! Πράγματι ο βασιλιάς τον δέχτηκε στο παλάτι να ακούσει τί ήθελε να του πει ! '' Δεν ανέχομαι να βλέπω τα αδέρφια μου πεινασμένα - δυστυχισμένα ! Δεν ανέχομαι την αδιαφορία από τους ανθρώπους ,μα κυρίως από την πολιτεία ! Απαιτώ να φτιάξεις ένα μεγάλο σπίτι για όλα τα αδέρφια μου ! Να πάψουν να ζητιανεύουν φαγητό και καλοσύνη ! Να νιώθουν ζεστασιά και χαρμοσύνη ! '' Ο βασιλιάς,που ήταν λογικός και καλός άνθρωπος ,δίχως σκέψη του είπε '' Από αύριο το πρωί ,θα δώσω εντολή ,να ξεκινήσουν να φτιάχνουν το χώρο που ζητάς !'' Αφού ευχαρίστησε τον βασιλιά ,πήγε να ανακοινώσει τα ευχάριστα νέα στα άλλα τα γατιά ! Εκείνα ενθουσιασμένα ,το έριξαν στο τραγούδι και στο χορό  '' Μια φορά κι ένα καιρό,μπήκε ο γάτος στο χορό,γιατί απ'τη χαρά του-που θα ζει με τη κυρά του,σε ένα σπίτι καθαρό και με φαγητό !'' και έζησαν αυτοί καλά και εμείς (όπως πάντα) καλύτερα !

( Βελτιωμένο )

( Η ζωγραφιά από την νηπιαγωγό Βιβή Γαλάνη )

Καρράς Δημήτρης 

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2015

Μικρά παραμύθια '' Το λευκό τραινάκι ''

Το λευκό τραινάκι ξεκινά,
για ταξίδια μακρινά !
Από ανατολή - για τη δύση !
Μόνο σαν πέσει το σκοτάδι,
η διαδρομή θα σταματήσει !
Και από τον βορρά -για τον νότο ! 
Πάνω από πόλεις και χωριά,
ήρεμα-απλά
και δίχως κρότο !
Το λευκό τραινάκι γεμίζει με παιδιά,
κάθε μέρα,
αλλάζει και γειτονιά !
Όλα τα παιδάκια θα ταξιδέψουν,
τις ομορφιές της φύσης,
στο μυαλό τους θα μαζέψουν !
Θα θυμούνται για πάντα 
το λευκό τραινάκι ! 
Ίσως να το κάνουν....
και τραγουδάκι ! 

Δημήτρης Καρράς 

Σάββατο, 20 Ιουνίου 2015

Mικρά παραμύθια-'το πετρολούλουδο'

Τα μικρά παραμύθια
είναι και τα πιο ωραία
μα την αλήθεια !
Δεν με κουράζουν-
σε σκέψη με βάζουν !
Δεν με 'χαλάνε'-
μου χαμογελάνε !
Δεν με ζαλίζουν-
ούτε με σφυρίζουν !
Να ακούγονται απλά στα αυτιά-
να δίνουνε χαρά-
σε όλα τα παιδιά !
Να μιλάνε για τη φύση-
εκεί που η ομορφιά έχει ανθίσει !
Να μιλάνε για ζωάκια-
που είν'αθώα σαν τα  παιδάκια !
Να μιλούν για καλοσύνη-
νά'ρχεται η χαρμοσύνη !

'' Το πετρολούλουδο '' 

Το πετρολούλουδο,
μόνο στη ποταμιά !
Πήγαινε το βατράχι
και τού'κανε συντροφιά !
-Πώς περνά η μέρα σου 
έρμο λουλουδάκι ;
-Εσύ βατράχι μου καλό,
θα φύγεις από δω,
με ένα πηδηματάκι !
Εγώ όμως παρατηρώ,
τη κίνηση μες στο νερό !
Πριν από εσένα,
πέρασε μια πέστροφα χαμογελαστή !
Με χαιρέτησε
και με ένα σάλτο έφυγε κι αυτή !
Εχθές στάθηκε μια αρκούδα να πιει νερό
και το μικρό της το αρκουδάκι
έστησε τρελό χορό !
Όλα τα βλέπω από εδώ !
Να! κοίτα !
κοίτα μια πέτρα που κατρακυλά από το βουνό.
Θα μου κάνει για λίγο συντροφιά ,
πριν τη πάρει το ποτάμι,
για ταξίδια μακρινά !
Και τα δέντρα με αγαπούν πολύ !
Στις ζέστες τις μεγάλες,
μου απλώνουν το κλαδί !
Σαν έχω λοιπόν δροσιά,
αλλάζω φορεσιά
και στήνω ένα χορό....
πότε από 'κει-πότε από δω !
Γι αυτό σου λέω βατραχάκι μου καλό,
το πετρολούλουδο δεν μένει ποτέ μοναχό !
- Χάρηκα που τα είπαμε πετρολούλουδο.
Τώρα όμως φεύγω,πάω για παιχνίδια !
Να ! έρχεται ο βοσκός ,
με τα πολλά τα γίδια !  

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2015

Ο Φαταούλας και ο Νηστικός

http://hamomilaki.blogspot.gr/2015/06/o-fataoulas-kai-o-nistikos.html?utm_source=dlvr.it&utm_medium=facebook


Μια φορά κι έναν καιρό, κάποτε και τώρα, ζούσαν στο ίδιο χωριό δίπλα - δίπλα δυο άνθρωποι ίδιοι αλλά και... διαφορετικοί. Ήταν ίδιοι γιατί όλοι οι άνθρωποι χρειάζονται τα ίδια για να ζήσουν και ήταν διαφορετικοί γιατί ο ένας έτρωγε πολύ και ήταν χοντρός ενώ ο άλλος δεν είχε να φάει και ήταν αδύνατος.
 
Τον χοντρό άνθρωπο τον έλεγαν Φαταούλα και τον αδύνατο Νηστικό.
Ο Φαταούλας κάθε πρωί που ξυπνούσε, έστρωνε τραπέζι και έτρωγε μέχρι που του κοβόταν η ανάσα.
Μόλις απότρωγε, πήγαινε για ψώνια γυρνούσε στο σπίτι, ξαναέστρωνε τραπέζι και το έριχνε πάλι στο φαγοπότι. Με λίγα λόγια ο Φαταούλας όλη μέρα έκανε δυο δουλειές, έτρωγε και γέμιζε τ' αμπάρια του.
Ο Νηστικός κάθε πρωί που ξυπνούσε δεν εύρισκε τίποτε να φάει, πήγαινε στα σκουπίδια του Φαταούλα μήπως και βρει τίποτε αποφάγια. Αν ήταν τυχερός, γυρνούσε σπίτι του και λάδωνε τ’ άντερό του προσωρινά. Αν η τύχη δεν τον βοηθούσε έπεφτε στο κρεβάτι και περίμενε να περάσει η μέρα γιατί τα πόδια του δεν τον κρατούσαν.
Ο καιρός περνούσε, ο Φαταούλας όλο χόντραινε και ο Νηστικός όλο και αδυνάτιζε, γιατί τελευταία τα σκουπίδια του Φαταούλα ήταν αδειανά από φαγώσιμα. 
Ο Νηστικός δεν μπορούσε να καταλάβει τι έκανε όλα εκείνα τα αποφάγια, αφού έβλεπε πως τα περισσεύματα έφταναν να χορτάσουν πλήθος σαν εκείνον

Και μια φορά που ο Νηστικός είχε μέρες να βάλει μπουκιά στο στόμα του, πήγε απελπισμένος στο σπίτι του Φαταούλα να ζητιανέψει ένα πιάτο φαγητό από τα αποφάγια του.
-Γείτονα, του είπε, όπως βλέπεις εμένα ο θεός δεν με βοήθησε να έχω τα δικά σου καλούδια. Εσύ πήρες το καλύτερο κομμάτι της γειτονιάς και μένα μου έλαχε το ξεροβούνι. Δεν φυτρώνει ούτε τσουκνίδα και η μόνη μου ελπίδα για να μην πεθάνω της πείνας είσαι εσύ. Βλέπω ότι κάθε μέρα σου περισσεύουν τα αγαθά του Αβραάμ και του Ισαάκ, θα μπορούσες να με αφήνεις να τρώω από τα περισσεύματα».
Ο Φαταούλας τον κοίταξε από πάνω ως κάτω, γέλασε κοροϊδευτικά και είπε με ψεύτικη συμπόνοια.
-Αχ άνθρωπέ μου, πού τα είδες τα περισσεύματα, να ήξερες πόσο δύσκολα περνάω κι εγώ. Τι νομίζεις πως δεν θέλω να σε βοηθήσω; Ορίστε, σου επιτρέπω να έρχεσαι όποτε θες να ψάχνεις τα σκουπίδια μου και ότι βρίσκεις να το παίρνεις. Άντε στο καλό και ο θεός να σε βοηθήσει».
Σαν πήγε σπίτι του ο Νηστικός έπεσε σε βαθιά σκέψη. Βρε καλός άνθρωπος φαίνεται. Λες να είναι τα πράματα όπως τα λέει; Αλλά πάλι, τι το χρειάζεται τόσο φαί και τα σκουπίδια του, πώς και δεν βρίσκω τίποτε εκεί μέσα αυτό τον καιρό; Μπα, κάτι δεν μου φαίνεται σωστό αλλά ας περιμένω λίγο να δω τι γίνεται».
Την άλλη μέρα εκεί που έψαχνε γύρω μήπως και φύτρωσε καμιά ρίζα στην αυλή του, βλέπει τον Φαταούλα να κάθεται στο τραπέζι και να τρώει τον περίδρομο.
-Αχά, λέει, σήμερα κάτι θα ξετρυπώσω δεν μπορεί, τόσο ψητό έχει περιδρομιάσει, τι θα τα κάνει τα κόκαλα; Ας περιμένω να αποσώσει και θα πάω να ψάξω».
Κάθεται στο χώμα και περιμένει τον γείτονα να σηκωθεί από το φαγοπότι....
Μετά από ώρα τον βλέπε να μαζεύει τ’ αποφάγια σε μια γαβάθα και να καθαρίζει το τραπέζι. Υπομονή, σκέφτεται, σε λίγο θα χορτάσω κι εγώ». Κι εκεί που καθόταν κάνονταας υπομονή, τον βλέπει αντί να περπατά προς τα σκουπίδια, τι κάνει λέτε; Πάει στην άκρη της αυλής του, ανοίγει έναν βαθύ λάκκο και πετά εκεί μέσα τα φαγητά του! Του Νηστικού του ήρθε μιά ζάλη από την κατάπληξη. Με όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει σηκώνεται και φωνάζει.
-Τι κάνεις εκεί βρε άθλιε Φαταούλα; Δεν σου είπα πως αν δεν φάω κάτι είναι τα τελευταία μου;» «Τι να σου κάνω κι εγώ άνθρωπέ μου, τα σκουπίδια μου έχουν γεμίσει, θα με φαν οι μύγες αν δεν τα θάψω».
-Βρε πεθαίνω σου λέω, κρίμα να τα θάψεις, καλύτερα είναι να τα φάει το χώμα;
Σβήνω από ώρα σε ώρα» Στ’ αλήθεια πεθαίνεις; ρωτάει ο Φαταούλας με ενδιαφέρον. Κοίτα, πριν πεθάνεις άσε μου το σπίτι. Τι στο καλό γείτονες είμαστε, γιατί να το πάρει ξένος άνθρωπος!»
Ο Νηστικός σαν είδε πως δεν γινόταν τίποτε, έπεσε ανάσκελα, έκλεισε τα μάτια μη δει τουλάχιστον το Χάρο που γυρόφερνε.
Πέρασε το μεσημέρι, πέρασε το απόγευμα και λίγο πριν σβήσει, μια φασαρία τον έκανε να αργοανοίξει τα μάτια
Μέσα στη θολούρα του είδε στο διπλανό σπίτι τέσσερις να βγάζουν τονΦαταούλα σηκωτό, να τον φορτώνουν στο κάρο του νεκροθάφτη, και πρόλαβε ν’ ακούσει κάποιον να λέει «Θεός σχωρέστον κι αυτόν. Έσκασε από το πολύ φαί».
Κι ο Νηστικός ξεψύχησε!
_________
antikleidi

Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2015

H Bασίλισσα του χιονιού.

Μάρτιος,ο πρώτος μήνας της άνοιξης.Όλα στη φύση αλλάζουν.Τα γκρίζα σύννεφα και το τσουχτερό κρύο,δίνουν τη θέση τους στον ήλιο,που δειλά-δειλά εμφανίζεται στον ουρανό.
Τα πουλάκια αρχίζουν να κελαηδούν στα δέντρα και τα πρώτα λουλουδάκια εμφανίζονται.Η φύση πρασινίζει.Ξαφνικά,μέσα σε ένα βράδυ όλα αλλάζουν.Ο καθαρός ουρανός ,γέμισε από γκρίζα σύννεφα.Ο αέρας φυσούσε πολύ δυνατά και το πρώτο χιόνι δεν άργησε να πέσει.Αυτό συνεχίστηκε για πολλές ημέρες.Τα παιδιά άρχισαν να ανησυχούν.Τί να συμβαίνει άραγε;γιατί χιονίζει τόσες μέρες ;αφού ο χειμώνας έφυγε και είμαστε στην άνοιξη ! Τα παιδιά κοίταζαν ξανά και ξανά το ημερολόγιό τους και δεν πίστευαν αυτό που συνέβαινε.Ο μήνας Μάρτιος έφτανε στο τέλος του,μα ο ήλιος δεν φαινόταν πουθενά ! Μόνο χιόνι-παντού χιόνι.Μια παρέα παιδιών έκαναν ένα μικρό συμβούλιο.
- Πρέπει να πάμε να βρούμε τη βασίλισσα του χιονιού,να την ρωτήσουμε γιατί χιονίζει συνέχεια,είπε ένα παιδί.
--Ναι,ναι ! απάντησαν τα υπόλοιπα.
Όμως πως θα πάμε ; που μένει η βασίλισσα του χιονιού;Ποιον δρόμο θα ακολουθήσουμε ;
-Μην ανησυχείτε γι αυτό,είπε ο Ρήγας ,ο πιο τολμηρός της παρέας.
Τότε πήρε την μεγάλη απόφαση.
Από την αποθήκη του σπιτιού του,πήρε το έλκηθρο και πήρε το δρόμο για την εξοχή.Προχωρούσε-προχωρούσε και κοίταζε κάθε τόσο γύρω του,μήπως αντικρύσει την όμορφη βασίλισσα του χιονιού.Όλα γύρω του ήταν κατάλευκα και παγωμένα.Ο Ρήγας κουράστηκε να σέρνει το έλκηθρο και σταμάτησε να πάρει ανάσα.
Πέρασαν ώρες,πέρασαν μέρες και ο Ρήγας ακούραστα συνέχιζε να ψάχνει και να ρωτάει όποιον έβρισκε μπροστά του ,μήπως ξέρει που έχει το παλάτι της η βασίλισσα του χιονιού.
Αφού δεν μπόρεσαν να τον βοηθήσουν οι άνθρωποι ,άρχισε να ρωτάει τα ζώα και τα πουλιά.Ένας τάρανδος που τον είχε δει τον πλησίασε και του είπε πως αυτός γνωρίζει πού μένει η βασίλισσα του χιονιού !
Σκαρφάλωσε στη ράχη του τάρανδου ο Ρήγας και ξεκίνησαν στο μακρύ τους ταξίδι.
Μόλις άρχισε να νυχτώνει ,έφτασαν στο παλάτι της βασίλισσας.Ήταν όλα φτιαγμένα από πάγο και χιόνι.Δειλά-δειλά άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα στο παλάτι.
Σε μια γωνιά βλέπει την βασίλισσα να κάθεται και να κλαίει.
-Γιατί κλαις βασίλισσά μου;
Η βασίλισσα σήκωσε το κεφάλι και ένιωσε μεγάλη έκπληξη βλέποντας τον Ρήγα.
-Τί θες εσύ εδώ ; τον ρώτησε με τη σειρά της.
Ο Ρήγας με σκυμμένο το κεφάλι της είπε...
Ήρθα να σε βρω αγαπημένη μας βασίλισσα και να σε ρωτήσω γιατί συνέχεια χιονίζει και κάνει κρύο.Ο Απρίλης έχει πλέον έρθει και ενώ ο ήλιος θα έπρεπε να δίνει ζωή στα λουλουδάκια και ενώ τα πουλάκια θα έπρεπε να κελαηδούν στα δέντρα ,έξω χιονίζει συνέχεια !Τα λουλουδάκια έχουν σκεπαστεί με χιόνι και τα πουλάκια κινδυνεύουν να πεθάνουν από το κρύο.Οι γεωργοί στεναχωριούνται,γιατί δεν μπορούν να σπείρουν τα χωράφια τους και να πάρουν τη σοδειά για να θρέψουν τις οικογένειές τους.Έτσι αποφάσισα να έρθω να σε βρω καλή μου βασίλισσα και να σε ρωτήσω γιατί δεν αφήνεις τον ήλιο να βγει.
Η βασίλισσα έβαλε τότε τα κλάματα και με δάκρυα στα μάτια του είπε...
-Καλό μου παιδάκι , εγώ δεν θέλω να κάνω κακό σε κανέναν.Αγαπάω και τα λουλούδια και τα ζώα και πάνω απ'όλα αγαπάω τους ανθρώπους.Μα ο ήλιος μου είπε ότι οι άνθρωποι αγαπούν περισσότερο την άνοιξη και το καλοκαίρι και όχι εμένα που φέρνω τον χειμώνα.Έτσι κι εγώ ,για να τιμωρήσω τους ανθρώπους ,ρίχνω συνέχεια χιόνι.
Ο Ρήγας την πλησίασε και την χά'ι'δεψε στη παγωμένη της πλάτη.
-Είναι όλα ψέματα βασίλισσά μου !
Όλες οι εποχές είναι το ίδιο καλές και όλοι μας τις αγαπούμε το ίδιο.Μα τα παιδιά,περισσότερο από τους μεγάλους ,αγαπούν πολύ τον χειμώνα,γιατί κάνουν χιονάνθρωπο και παίζουν με το χιόνι !Αλλά όμως είναι και οι άλλες εποχές το ίδιο απαραίτητες και σημαντικές,όσο και χειμώνας !
Η βασίλισσα τότε ,σήκωσε το κεφάλι της και ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της.Τα πάντα έλαμψαν.Τα άσπρα σύννεφα,τα γεμάτα με χιόνι,άρχισαν να φεύγουν και έδωσαν τη θέση τους στον ήλιο.Σταμάτησε να χιονίζει.Ο ήλιος ζεστός και φωτεινός έλιωσε τα χιόνια.Τα πουλάκια στα δέντρα άρχισαν να κελαηδούν και τα λουλουδάκια άρχισαν να φυτρώνουν και να ανθίζουν,στολισμένα με πολύχρωμα φουστανάκια.
Ο Ρήγας χαρούμενος και ικανοποιημένος αγκάλιασε τη βασίλισσα ,την ευχαρίστησε για το καλό που έκανε και την χαιρέτησε.
-Θα σε ξαναδώ τον Νοέμβριο της φώναξε ανεβασμένος στη ράχη του τάρανδου και της κούνησε χαρούμενα το χέρι.
-Γειά σου Ρήγα ,είπε η βασίλισσα και μπήκε στο παλάτι της για να κοιμηθεί ως τον επόμενο χειμώνα !

(Παναγιωτίδου Ράνια)  

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2015

Ζωγραφίζοντας τη φύση.




Μια φορά κι ένα καιρό, άκουσα ένα παραμύθι, για ένα παιδί μικρό ! Να , σαν τη Κική ! Πήρε χρώματα και ένα λευκό χαρτί. Ήθελε να ζωγραφίσει,όμορφα τη γη. Ζωγράφισε παιδιά, με το γέλιο ως τ'αυτιά ! Ζωγράφισε και τα ζωάκια και έβαλε χρώματα πολλά στα... χελωνάκια ! Ζωγράφισε τον ήλιο στο λιβάδι ! Και αρνάκια ! Ολόκληρο κοπάδι ! Ζωγράφισε το χιόνι στα βουνά και έβαλε και την αρκούδα να φυλάει.....σκοπιά ! Ζωγράφισε λίμνες και ποτάμια και τους βάλτους με καλάμια !

Ζωγράφισε και βατραχάκια και τα μεταμόρφωσε.... όόόλα σε πριγκηπάκια ! Ήταν όμορφα σε αυτή τη γη ! Όλοι χαμογελούσαν ! Μεγάλοι και μικροί ! 


Δημήτρης Καρράς





<< Ένα μικρό παραμύθι >>

Τί είν'το παραμύθι ;
μήπως αληθινή ζωή ;
Ποιοι δεν το πιστεύουν ;
'' Μόνο οι κακοί '' (είπε το παιδί)
και τα παιδιά δεν λένε ψέματα !
Δεν τα γελάς με κέρματα !
Επειδή
έχουν αυθόρμητη φωνή !
Επειδή
έχουν αθώα ψυχή !
Η φύση τα επέλεξε
να ζούνε στη χαρά
το γέλιο τους σαν ακούει
η άνοιξη τραγουδά !
Ένα μικρό παραμύθι
είν' κι αυτό
και όποιος το αγαπήσει
θα τον ευγνωμονώ !


Δημήτρης Καρράς

Πλόπι,το ψαράκι.

Mια φορά κι ένα καιρό,υπήρχε ένα ψαράκι,ο Πλόπι.Ήταν πολύ μικρό,με πράσινη ουρίτσα και μεγάλα κόκκινα μάτια.Ζούσε μέσα σε ένα μικρό ποταμάκι.Βαριόταν όμως.Ήθελε να φύγει,να πάει να γνωρίσει κι άλλα μέρη .Έτσι λοιπόν μια μέρα,πήρε τη μεγάλη απόφαση.''Θα φύγω πλοπ-πλοπ'' είπε στα άλλα ψαράκια που ζούσαν μαζί του.''Θα φύγεις;Και που θα πας;πλοπ-πλοπ'' τον ρώτησαν αυτά.''Θα πάω να γνωρίσω κι άλλα μέρη,θα γίνω μεγάλος και τρανόςκαι όταν γυρίσω δεν θα με αναγνωρίσετε ! πλοπ-πλοπ''.Για να δώσει έμφαση σε αυτά που έλεγε,τέντωσε το κεφαλάκι του ψηλά και μισόκλεισε επιδεικτικά τα ματάκια του.Πλαφ ! και χτυπάει τότε το κεφαλάκι του σε μια μεγάλη πέτρα ! Άουτς ! κάνει και πιάνει με τα μικρά πτερύγιά του το κεφαλάκι του. χαχαχα...άρχισαν τότε τα άλλα ψαράκια να γελούν,κρατώντας την κοιλίτσα τους.''Κοιτάξτε έναν μεγάλο και τρανό ! πλοπ-πλοπ,άρχισαν να τον κορο'ι'δεύουν. Ο Πλόπι ντροπιασμένος άρχισε να κολυμπάει πολύ γρήγορα,για να φύγει ,όσο το δυυνατόν πιο μακριά.Η ουρίτσα του χτυπούσε με δύναμη το νερό.''Αχ ! τί ήταν αυτό που έπαθα ο κακόμοιρος ; Ακούς εκεί να με κορο'ι'δεύουν,σκεφτόταν καθώς κολυμπούσε .Θα τους δείξω εγώ ! Άσ'τους στη μοίρα τους,σε εκείνο το μικρό ποταμάκι. Ξαφνικά όμως άκουσε ένα μεγάλο θόρυβο.Τα νερά του ποταμιού άρχισαν να τρέχουν πολύ γρήγορα και τον τραβούσαν μαζί του.Ο Πλόπι ,στριφογύριζε σαν σβούρα ! ''Μα τι γίνεται'' σκέφτηκε.Ο καημενούλης ,βλέπετε,δεν είχε ξαναδεί καταράχτη.Και τότε,άρχισε να πέφτει προς τα κάτω.Η καρδούλα του ,κόντεψε να σπάσει από την αγωνία .Ξαφνικά ,ακούγεται ένα δυνατό πλαφ! και πέφτει με δύναμη στο νερό.Σιγά-σιγά η φόρα του νερού άρχισε να γίνεται κανονική κι έτσι παίρνοντας θάρρος ο Πλόπι,έβγαλε το κεφαλάκι του έξω από το νερό,για να δει τί του είχε συμβεί.Και τότε γούρλωσαν τα δυό μεγάλα κόκκινα ματάκια του.''Θεέ μου ,από εκεί πάνω έπεσα ;,που να με έβλεπαν τα άλλα ψαράκια που με κορό'ι'δευαν!Κοίταξε να δεις ,τί βουτιά έκανα ! είμαι ο μεγαλύτερος βουτηχτής του ποταμιού ! Όλος καμάρι για το κατόρθωμά του,βούτηξε πάλι στο νερό και άρχισε να κολυμπάει.Μα τί είναι αυτό μπροστά μου ;Ά, είμαι πολύ τυχερός ! Σήμερα κανένας δεν μου μοιάζει ! Τί ωραίο σκουληκάκι είναι αυτό και έχω μιά πείνα !Ανοίγει λαίμαργα το στοματάκι του και αρπάζει το σκουληκάκι.Μόλις όμως το έφαγε,άρχισε να νιώθει πολύ περίεργα.Η κοιλίτσα του τον πονούσε πάρα - πολύ,ήταν λες ,σαν να προσπαθούσε το σκουλικάκι να βγει έξω απ'αυτήν . Ξαφνικά τότε βρέθηκε με δύναμη έξω από το νερό και η ουρίτσα του χτυπούσε σαν τρελή στον αέρα.Άρχισε να πλησιάζει κοντά στην ακτή.Δυό μεγάλα χέρια τον άρπαξαν,τον έβγαλαν από το αγκίστρι. και τον έριξαν μέσα σε ένα μεγάλο καλάθι,μαζί με κάτι άλλα ψάρια.Ο Πλόπι προσπαθούσε να πάρει ανάσα,δεν μπορούσε όμως,δεν ήξερε ο καημένος,πως τα ψάρια δεν αναπνέουν έξω από το νερό .Κρύος ιδρώτας άρχισε να τρέχει από το κεφαλάκι του..Προσπαθούσε να πηδήξει έξω από το καλάθι ,αλλά δεν τα κατάφερνε.Σιγά-σιγά άρχισε να χάνει την δύναμή του και έκλεισε τα ματάκια του για να κοιμηθεί,ένιωθε πολύ κουρασμένος.Σκεφτόταν το ποταμάκι του,τα άλλα ψαράκια.Τί καλά που ήταν εκεί ! Τί τα ήθελε τα μεγαλεία και τα ταξίδια ; Ορίστε που βρίσκεται τώρα ! Μέσα σε ένα καλάθι του ψαρά ! Αχ και να μπορούσε......''.Εεεε ,ξύπνα υπναρά,πλοπ-λποπ,όλο το πρωί κοιμάσαι ! Πότε θα πάμε να παίξουμε ; Άντε σήκω!'' Ο Πλόπι ανοίγει τρομαγμένος τα μεγάλα κ΄κκινα ματάκια του,''πού βρίσκομαι ; πού είναι το καλάθι ; πλοπ-πλοπ εσύ πως βρέθηκες εδώ ;'' '' Αχ καημένε,κοιμάσαι ακόμα,εγώ πάντως φεύγω'' είπε ο Φλόπι το γκρίζο ψαράκι.Ο Πλόπι άρχισε σιγά-σιγά να ξυπνάει.Κοιτάει γύρω του ''Μα ναι ! βρίσκομαι στο σπίτι μου''πλοπ-πλοπ ξεφωνίζει χαρούμενα ΄΄ όνειρο ήταν !''Χαρούμενος,δίνει μιά με τη μικρή ουρίτσα του και βρίσκεται έξω από τη σπηλιά.Κολύμπησε γρήγορα,για να βρει τους άλλους φίλους του.Θα έπαιζε και τα πιο τρελά παιχνίδια μαζί τους ! Ήταν στο σπίτι του,στο ποταμάκι του ! Το πάθημα,του έγινε μάθημα,έστω και αν αυτό συνέβηκε,στο όνειρό του !

(Ψούνου Χριστίνα Νηπιαγωγός)