Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

«Παραμύθια» ;...

Αι….λοιπόν θα σας πω κ΄ ένα παραμύθι, για να ξεκουραστείτε! Μια φορά κ' έναν καιρό οι κλέφτες της πρώτης πολιτείας του κόσμου, αφού πλουτήνανε αρκετά, αποφασίσανε να ταχτοποιήσουνε τη ζωή τους. Μπλοκάρανε το λοιπόν τους φτωχούς της πολιτείας κι αφού τους μαζώξανε στην πλατέα, τους είπανε : «Ψηλά τα χέρια! Θέλουμε το καλό σας. Δε θα σας πάρουμε τα φκιάρια, τους κασμάδες, τα σκεπάρνια, τα δισάκια και τα ζεμπίλια σας με το ψωμοτύρι, τα τρύπια σας πουκάμισα με τις ψείρες και τις απάτωτες καλύβες σας, που κάνουνε νερά, σα βρέχει. Είσαστε λέφτεροι ! - (ψηλά τα χέρια !). Λέφτεροι να ζείτε κατά το κέφι σας, να κερδίζετε, να κάνετε κομπόδεμα, να μεθάτε, να χορέβετε, να γεννοβολάτε και να πεθαίνετε. Εμείς θα σας μαθαίνουμε τις... αλήθειες ! Θα σας δώσουμε πλούσια φαντασία κ' αισθαντική καρδιά∙ θα σας δώσουμε κι αθάνατη ψυχή. Κι όποιος από σας του γουστάρει, θα μπορεί να γράφει ποιήματα, να σκαρώνει θεωρίες και να δοξάζεται ! Ο κυρίαρχος λαός θα σαστε σεις! Εμείς μονάχα θα σας κουμαντάρουμε, θα φροντίζουμε για την ασφάλεια της ζωής, της τιμής και της περιουσίας σας -μ' ένα λόγο για τη λεφτεριά σας. Σεις θα δουλέβετε, κατα¬πώς θέλετε κι ό,τι θέλετε κι οπότε θέλετε. Εμείς θα σας δίνουμε δουλειά, φτάνει να βρίσκεται, και σεις θα μας δίνετε τα κόπια σας. Και για να μη θαρρέψετε πως σας αδικούμε, θα πλερώνουμε κ' εμείς το ίδιο δόσιμο στο Κράτος, -στον εαφτό μας !
»Κ' εσείς κ' εμείς θα χουμε πάνου από τα κεφάλια μας τους ίδιους θεούς, που θα προστάζουν εσάς να δουλέβετε και να μην τρώτε κ' εμάς να καθόμαστε και να τρώμε. Κ' εμείς κ' εσείς θα χουμε πάνου από τα κεφάλια μας τους ίδιους νόμους, που εμείς θα σας τους δίνουμε κ' εσείς θα τους ψηφίζετε σα βουλεφτάδες και θαν τους εφαρμόζετε σα δικαστάδες ενάντια στον εαφτό σας. Και για να μην πλακώνουν απ' άλλες στεριές και θάλασσες κουρσάροι και κλέφτες ν' αρπάζουνε το υστέρημά σας και να παίρνουνε σκλάβους κ' εσάς και τις γυναίκες σας και τα παιδιά σας, θα σας αρματώνουμε, θα σας γυμνάζουμε, για να μπορείτε να διαφεντέβετε τους θεούς σας, τον εαφτό σας κ' εμάς, δηλαδή την πατρίδα. Να σκοτώνεστε σεις και να ζούμε μεις. Κι' επειδή μοναχοί σας δε θα μπορούσατε να σκεφτείτε το συφέρο σας και να φυλάξετε τον εαφτό σας, θα σας αναγκάζουμε με το ζόρι (ψηλά τα χέρια!). Ένα πράμα μοναχά σας απαγορέβουμε: να κλέβει ο ένας τον άλλονε. Γιατί μπορεί να κλέψετε κ' εμάς».
Έτσι λοιπόν ο λαός δούλεβε λέφτερα και λέφτερα σκεφτότανε. Και τραγουδούσε χαρούμενα στις ταβέρνες σαν τον κότσυφα στο κλαρί (στο κλουβί!). Κ' οι σωτήρες του ξαπλωνόντανε τ' ανάσκελα σε ζεστά παλάτια το χειμώνα και κάτου απ' ανθισμένα δέντρα το καλοκαίρι -και σωρό γυναικούλες όμορφες τους ψειρίζανε το σβέρκο και τους χουχουλίζανε το ριζάφτι (πολύ συντελεί !). Κ΄ η εφτυχία τους, είτανε δύναμη της πατρίδας κ' η ξετσιπωσιά τους καθαρμός. Κι αν κάπου βαριεστίζοντας ο λαός τους έδιωχνε, ζητούσε αμέσως άλλους να τόνε κλέβουνε: δεν μπορούσε πια μήτε να ζήσει μήτε να σκεφτεί χωρίς «σωτήρες».
Γελάτε και με το δίκιο σας, ω άντρες Αθηναίοι. Τέτια παράξενη πολιτεία μήτε γίνηκε μήτε θα γίνει ποτές! Παραμύθι, βλέπετε. Τώρα θα μου ζητάτε κ' επιμύθιο !
Που νάν το βρω !... Μοναχά σας λέω: «Αλίμονο στον αφτόδουλο πολίτη, που φτασμένος στα έσχατα της απελπισίας παραδίνεται, για να σωθεί, στο έλεος του Θεού και στους νόμους των Κλεφτών».

Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016

YΠΟΓΡΑΨΤΕ !!!


Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων: Σας καλούμε να καταγγείλετε ,ότι διεφθαρμένο αντιληφθείτε.


Είναι σημαντικό για την κοινωνία-για την


 δημοκρατία.Μόνο με την πάταξη της 

διαφθοράς,θα ζήσουμε την άνοιξη της

 λευτεριάς !

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

'' Μια καλή κυρά-σαν τα κρύα τα νερά ''

( Το ζητούμενο είναι,να προσφέρουμε στιγμές γέλιου στα παιδιά,έστω και με '' χαζές '', κατά πολλούς,ιστοριούλες.)

---- Γιατί καλή κυρά-σαν τα κρύα τα νερά,αγάπησες τον μασκαρά ; 

---- Επειδή είχε μάσκα αγγελική και ψυχή πονετική ! 

---- Και σαν έβγαλε τη μάσκα , ήταν όμορφη μορφή ;

----- Πίσω από τη μάσκα ,αντίκρισα δυό μάτια,όμοια,σαν του ονείρου τα παλάτια ! Και η καρδιά του η καλή,ίδια,σε όλη τη ζωή !

Να ήταν τυχαίο βρε παιδιά,που αγάπησε τον μασκαρά,η καλή κυρά - σαν τα κρύα τα νερά,και έζησαν μαζί,με αγάπη , κατανόηση και πρω'ι'νό φιλί ; 

Δημήτρης Καρράς




Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2015

'' Η Ζαχαρένια '' (αυτοσχέδιο) << Λάμπρου Ελένη >>

Μια φορά κι ένα καιρό σε μια πολιτεία παραμυθένια,ζούσε ο κύριος Ορέστης,ο ζαχαροπλάστης.Ήταν ένας ευτυχισμένος γεράκος με μάγουλα ροδαλά κι ένα περήφανο μουστάκι.Φορούσε πάντοτε τη λευκή ποδιά κι έφτιαχνε του κόσμου τα γλυκά ! Όμορφους κύκνους στολισμένους με καραμέλες,παγωτά με κερασάκια και ομπρελίτσες,σπιτάκια σοκολατένια,τούρτες που έμοιαζαν με πύργους και ιππότες που ήταν έτοιμοι να σώσουν βασιλοπούλες από άγριους δράκους ! Απ' όλα όμως τα γλυκίσματά του αυτό που ξεχώριζε ήταν η μικρή ζαχαρένια ,που ήταν σκέτη γλύκα ! Ήταν όλη φτιαγμένη από ζάχαρη,τα μακριά μαλλιά της,το λευκό φόρεμά της,η ζώνη στη μέση της και το όμορφο στέμμα της.Αυτό όμως που την έκανε πραγματικά να λάμπει και να ξεχωρίζει μέσα στο ζαχα ροπλαστείο του κυρίου Ορέστη ήταν ότι η Ζαχαρένια είχε ψυχή ! Έβλεπε όσα υπήρχαν γύρω της,άκουγε και σκεφτόταν,χαίρονταν και λυπούνταν κι έκανε ονειρεμένα ταξίδια με το νου της. Είχε όμως μια μεγάλη στεναχώρια.Άκουγε καιρό να λένε ότι ο κόσμος είναι πολύ όμορφος έξω από το μαγαζί,ότι υπάρχει ο ήλιος,τα δέντρα,η θάλασσα.Αχ ! η θάλασσα !!! Πόσο ήθελε να δει πως είναι αυτή η θάλασσα,με τις τόσες ιστορίες που έλεγαν γι αυτήν οι ναυτικοί ! Αυτό ήταν,πήρε επιτέλους την απόφαση της να παρακούσει τον κυρ-Ορέστη που η αγάπη του της είχε δώσει ψυχή και να πάει να γνωρίσει τη θάλασσα. Κοίταξε δεξιά κι αριστερά κι αφού δεν υπήρχε κανείς,ξεκίνησε για το ονειρεμένο ταξίδι της. Άρχισε να περπατάει,να περπατάει.....ήταν τρισευτυχισμένη.Μπορούσε να  από κοντά ,τα δέντρα,τα λουλούδια,τα πουλιά ....'' που πας Ζαχαρένια;έλα να παίξουμε !'' ακούστηκε μια φωνούλα.Ήταν ο Ρούντι,το αρκουδάκι,που εκείνη τη στιγμή έπαιζε με τα τουβλάκια στην αυλή του. '' Ά,όχι τώρα,δεν έχω χρόνο,βιάζομαι να πάω να δω τη θάλασσα '' είπε η Ζαχαρένια και συνέχισε να προχωράει.Πιο κει συνάντησε την Μπίτση ,την κοτούλα '' κο κο κο έλα να σου δώσω ένα πουλάκι Ζαχαρένια κο κο κο '' της φώναξε. '' Ά,όχι τώρα,δεν έχω χρόνο,βιάζομαι να πάω να δω τη θάλασσα ''απάντησε πάλι  η Ζαχαρένια,που τα μαγουλάκια της είχαν γίνει κατακόκκινα από το τρέξιμο.Μα...για κοίτα,να τη επιτέλους,φαίνονταν στον ορίζοντα η θάλασσα.Συνέχισε η Ζαχαρένια να περπατάει όλο και πιο βιαστικά ,ώσπου άρχισε να πλησιάζει. Να που επιτέλους ,είχε καταφέρει να πατήσει με τα πόδια της στην παραλία.Άρχισε να παίζει και να τραγουδά,να μαζεύει πετραδάκια....ώσπου '' φλουπ '' ένα κύμα ήρθε και σκέπασε τη Ζαχαρένια. Άρχισε σιγά-σιγά να λειώνει μέσα στο θαλασσινό νερό ,ώσπου αισθάνθηκε ότι γινόταν ελαφριά,ελαφριά σαν πούπουλο που το παίρνει ο αέρας και το ανεβάζει στον ουρανό.......

( η ζωγραφιά της Νηπιαγωγού Βιβής Γαλάνη )

Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2015

'' Το μαύρο φεγγάρι ''

Θα σας πω ένα παραμύθι για το φεγγάρι το φωτεινό,που έγινε ένα βράδυ,μαύρο-ίδιο με τον ουρανό !

Ήταν ένα βράδυ ,όχι ξεχωριστό,παρά όμοιο με το χθεσινό ! Οι άνθρωποι κοιμούνται ήσυχοι στα σπίτια τους.Μόνο ένας 'τρελός' ξενυχτά ! Σαν πλησίαζε το χάραμα ,τους ξύπνησε με τις φωνές του.
'' Σηκωθείτε χωριανοί,σηκωθείτε ! Το φεγγάρι χάθηκε,κοπιάστε να το δείτε !''
'' Τι τον έχει πιάσει πάλι τον 'τρελό' ; Τι ανακάλυψε πάλι,το σαλεμένο του μυαλό ;''
Δεν πρόλαβε να αποσώσει την κουβέντα του κι άκουσε να χτυπά μανιασμένα ,η καμπάνα του χωριού !
Φωτιές-φωτιές ! χιλιάδες φωτιές στις ρεματιές ! Στέρεψαν απότομα και όλες οι πηγές ! 
Τί κακό είναι τούτο που μας βρήκε ; Λες και το θεριό από την τρύπα του να βγήκε ; 
Τότε θυμήθηκαν τις φωνές του 'τρελού' ! Αντρώθηκαν και θάρρεψαν στην όψη του κακού ! 
Η φύση όμως τους συμπόνεσε και βροχή τους δώρισε ! Μια δυνατή βροχή ,που έσβησε και την τελευταία αναλαμπή !
Το φεγγάρι,δεν εξαφανίστηκε πια ποτέ , όμως ο 'τρελός',βρήκε μια θέση μόνιμη,στον καφενέ ! 

Δημήτρης Καρράς

Τρίτη, 28 Ιουλίου 2015

'' Ο πονηρός πίθηκος ''

Ο πίθηκος ο πονηρός/είναι πάντα σκεπτικός !
Είναι μέγας διπλωμάτης/ταπεινός μα ανοιχτομάτης !
Όλα τα ζυγιάζει/και το λάθος του τ'αγιάζει !
Θα την κάνει την συμφωνία/κάτω από το τραπέζι όμως/να μην βλέπει η κοινωνία !
Γι αυτό τον βγάλαν πονηρό/πάντα έχει έναν σκοπό !
Όλοι τον γνωρίζουν, τον πίθηκο αυτόν/βλέποντας το μέλλον ,ξεχνούνε το παρόν !
Κι έτσι ο πίθηκος αραχτός/συνεχίζει να τρώει μοναχός !
Δημήτρης Καρράς

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2015

Ο ΑΣΤΕΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ

Ένα παραμύθι από μια νηπιαγωγό ,που την γνώρισα στο διαδίκτυο και είχα την τιμή να την γνωρίσω και από κοντά !  Εκπαιδευτικός αξιέπαινη  που προσπαθεί αδιάκοπα να μεταδώσει τη γνώση αυτή που  κατέχει στο κάθε παιδί ξεχωριστά !



 Ο ΑΣΤΕΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ 

Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα νησάκι μακρινό , με λιγοστούς κατοίκους και φτωχικά σπιτάκια, ζούσε ο κυρ Γιώρης ο ψαράς. Πολλά τα βάσανά του, μεγάλη η φτώχια του, όμως η καρδιά του πάντα ζεστή και το πρόσωπό του πάντα χαμογελαστό.
Δεν τον πείραζε που τα λεφτά του ήταν λιγοστά, ούτε που το καλυβάκι του άφηνε όλους τους αέρηδες να περνάνε μέσα σαν τους πιο επίσημους καλεσμένους! Ζούσε ευτυχισμένος με τα λιγοστά υπάρχοντά του.

Κάθε πρωί πήγαινε για ψάρεμα και δεν τον έμελλε πόσο μεγάλη θα ήταν η ψαριά του, του άρεσε να κάθεται στου βράχου την ακρούλα και να φουσκώνει τα πνευμόνια του με το θαλασσινό αεράκι και να χορταίνει τα μάτια του με τα παιχνιδιάρικα κυματάκια στεφανωμένα με τα χρώματα του ουρανού. Καμιά φορά πήγαινε και βράδυ, και τότε η ευτυχία του ήταν ακόμη μεγαλύτερη! Χάζευε σαν πρωτόβγαλτο παιδάκι τη θάλασσα να χρυσαφίζει από τα αστέρια που καθρεφτίζονταν στα βαθιά νερά της! Ένα πρωί λοιπόν, σαν όλα τα άλλα, πήγε ο κυρ Γιώρης να ψαρέψει!
-Άιντε να δούμε σήμερα! Θα βγάλουμε κανά καρχαρία; Σιγοψιθύρισε μοναχός και κρυφογέλασε.
Περίμενε κάμποση ώρα ,με το καλάμι του τεντωμένο σαν βασιλικό σκήπτρο! Ένοιωσε για μια στιγμή το καλάμι να κουνιέται και το τράβηξε γρήγορα γρήγορα έξω από το νερό...Μα έκανε λάθος! Το σκουληκάκι ήταν ακόμη στη θέση του. Το ξανάριξε πίσω και περίμενε πάλι!

Αυτή την φορά, δεν πρόλαβε να μουσκέψει το σκουλήκι και το καλάμι κουνήθηκε πέρα δώθε , με δύναμη και βιάση. Παραξενεύτηκε ο κυρ Γιώρης, φοβήθηκε και λίγο , μα το ξανατράβηξε πάνω, να δει την ψαριά του. Δεν μπορεί να κανε λάθος κι αυτή την φορά.
Δεν πίστευε στα μάτια του ο καημένος, ένας αστερίας πλουμιστός και λαμπερός στεκόταν στην άκρη του καλαμιού του!-Έλα Χριστέ και Παναγία! Από πότε οι αστερίες τσιμπάνε τα δολώματα; Σταυροκοπήθηκε ο κυρ Γιώρης κι έκανε να τον αμολήσει πάλι στο νερό!
-Μη ! μη! Σε παρακαλώ! Περίμενε λιγάκι! Ακούστηκε η ψιλή φωνούλα του αστερία και ο κυρ Γιώρης πάγωσε από την τρομάρα του.
- Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά! Σταυροκοπήθηκε και πάλι!-Τι μαγικό είναι τούτο;
-Αχ καλέ μου γεράκο! Μη φοβάσαι! Δεν είμαι μαγικό! Ένα αστέρι είμαι, σαν όλα τα άλλα! Δηλαδή... ήμουν!
-Τι λες βρε; Να με ξεκουτιάνεις θες; Τι «αστέρι» μου λες; Εσύ είσαι αστερίας! Αστερίας με λαλιά!
-Αλήθεια λέω γεράκο! Αστέρι ήμουν, εκεί ψηλά στον ουρανό! Αστέρι από τα πιο όμορφα, τα πιο λαμπερά! Το πιο μεγάλο και το πιο χρυσό απ όλα τα άλλα! Μα όλο περηφανευόμουν, όλο κοκορευόμουν για τις χάρες μου και το Φεγγάρι θύμωσε! Να με τιμωρήσει ήθελε κι με έσπρωξε να πέσω στη θάλασσα! Κατάρα μου δωσε να μείνω στα βάθη της ωσότου βρεθεί άνθρωπος να με ψαρέψει!«Βρε μπας κι ονειρεύομαι; Τι περίεργα πράματα μου αραδιάζει τούτο εδώ;» σκεφτόταν ο κυρ Γιώρης δίχως να μιλάει, μα το αστέρι διάβασε στα μάτια του την αμφιβολία και του είπε κι άλλα για να καταλάβει !
-Το Φεγγάρι είναι ο βασιλιάς μας κι έχει για υπηκόους τους όλα εμάς τα μικρότερα αστέρια! Μα εμένα δε μου φτανε! Έβλεπα την αστραφτάδα μου κι όλο το διαλαλούσα , μπας και συμφωνήσουν και τα άλλα αστέρια , να γίνω εγώ ο βασιλιάς του ουρανού! Και να που βρέθηκα! Από τα ψηλά στα χαμηλά!

Το κοίταζε ο κυρ Γιώρης με απορία και το άκουγε με προσοχή!«Αμ καλά λένε ασημένια η μιλιά , μα χρυσή η βουβαμάρα!» συλλογίστηκε.- Αχ καλέ μου γεράκο, κάνε μια ευχή να στην κάνω αληθινή! Μόνο έτσι θα μπορέσω κι εγώ να ξανανέβω ψηλά! Μόνο ΑΝ κάνω κάτι καλό για κάποιον άλλον, θα με δεχτεί πίσω το Φεγγάρι! Έτσι μου είπε! Και μου δωσε μια, και βούτηξα στα βαθιά!Ο κυρ Γιώρης τα χε χαμένα! Μα τι ευχή να κάνει; Αυτός τα είχε όλα!
-Δεν έχω ευχή να κάνω!
-Μα πως; Δεν θες τίποτα; Όλα μπορώ να σου τα δώσω, ζήτησέ μου ό,τι θες!
-Αφού τα έχω όλα!
-Δεν θες λεφτά; Σπίτια μεγάλα σαν παλάτια; Σκέψου κάτι γεράκο μου, σε παρακαλώ! Μήπως θες να ταξιδέψεις σε πολιτείες ξακουστές ; Μήπως θες να γνωρίσεις δόξες και τιμές; 
Τίποτα από αυτά δεν ήθελε ο κυρ Γιώρης. Δεν άλλαζε με τίποτε στον κόσμο το φτωχοκαλυβάκι του, το μικρό νησάκι του που μεγάλωσε κι έζησε ως τώρα, ούτε και την ευτυχία που έβρισκε στην αγκαλιά της θάλασσας.
-Όχι, τίποτα! έκανε στο τέλος και το αστέρι άρχισε να μαραζώνει από τη στεναχώρια του.
Πολύ το λυπήθηκε ο κυρ Γιώρης, κι έστυψε το μυαλό του να βρει μια ευχή να κάνει.
-Βρήκα τι να ευχηθώ! Αναφώνησε μετά από λίγο και αμέσως το αστέρι αναθάρρεψε.-Τι είναι γεράκο μου; Τι; Αγωνιούσε το αστεράκι.
-Εύχομαι...εύχομαι να σε λυπηθεί ο βασιλιάς σου και να σε ξαναδεχτεί στο βασίλειό του!
-Μα, μα αυτή δεν είναι ευχή για σένα,αυτή είναι ευχή για μένα.
-Καλέ μου φίλε, ΑΝ εσύ ξαναγυρίσεις εκεί που ανήκεις και γίνεις ευτυχισμένο, τότε κι εγώ θα είμαι δυο φορές ευτυχισμένος που σε βοήθησα! του αποκρίθηκε ο γερο- ψαράς και του χαμογέλασε τρυφερά.Το γνώριζε ο κυρ Γιώρης, καλύτερα από τον καθένα, πως την ευτυχία δεν τη βρίσκει κανείς στα πλούτη και τα μεγαλεία, μα στην ζεστή και ανοιχτή καρδιά!

Νέλλυ Νέζη
(Βραβεύθηκε με το Β' βραβείο στην κατηγορία "Παραμύθι" στο λογοτεχνικό